Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΕΠΑΝΕΝΘΡΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

“Κάθε φορά που η κυβέρνηση φέρνει στη Βουλή ένα νομοσχέδιο έκτρωμα, στην Αθήνα γίνονται επεισόδια. Μέσα σε δύο χρόνια έχουμε θρηνήσει 4 συμπολίτες μας, τους τρεις της Marfin και τον χθεσινό άτυχο οικοδόμο. Δηλαδή τον Δεκέμβριο που θα ξαναγίνει χαμός για την 7η δόση, πόσοι νεκροί και πόσοι τραυματίες θα υπάρχουν;
Η ανθρώπινη ζωή μετρά το ίδιο, είτε σε λένε Αλέξη, είτε Δημήτρη είτε Αγγελική, Παρασκευή, Επαμεινώνδα. Είτε είσαι 15 ετών είτε 28 και πέφτεις νεκρός κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, επεισοδίων, λαϊκής διαμαρτυρίας ή αστυνομικής αυθαιρεσίας, το τίμημα είναι το ίδιο βαρύ, για την οικογένεια του νεκρού πρώτα και για την κοινωνία μετά.
Τα χθεσινά επεισόδια στο Σύνταγμα έρχονται να προστεθούν στις πράξεις βίας, βανδαλισμών, καταστροφών και αναρχίας που ζούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ειδικά από την εποχή του Μνημονίου και μετά. Δεν έχει σημασία να πούμε αν φταίει η ανίκανη Αστυνομία, αν τα ΜΑΤ κάνουν ή όχι καλά τη δουλειά τους, αν μεταξύ των κουκουλοφόρων  και των μπαχαλάκηδων βρίσκονται και ασφαλίτες ή αν το ΠΑΜΕ έχει γίνει νταβατζής των κοινωνικών αγώνων κι όλοι άλλοι είναι ξεπουλημένοι στο σύστημα, όπως αρέσκονται κάτι όψιμοι αριστερούληδες του Περισσού να λένε, ενώ τόσο χρόνια έδιναν δεκανίκια στον παπανδρεϊσμό. Όλα αυτά θα τα κρίνει η ιστορία.
Αυτό που έχει σημασία να πούμε τώρα είναι ότι η κοινωνία τρέχει στην κατηφόρα χωρίς κανένα φρένο. Οι χθεσινές συγκρούσεις, πέρα από το νεκρό και τους δεκάδες τραυματίες, ήταν τόσο ωμές και τόσο σκληρές που ακόμη κι αυτές οι εικόνες από τη Λιβύη με τον Καντάφι ωχριούν.
Από τις σπάνιες φορές που βρεθήκαμε να παρακολουθούμε έναν εμφύλιο πόλεμο μέσα σε μια διαδήλωση κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτά τα βλέπαμε μόνο σε ραντεβού θανάτου που κλείνουν “οπαδοί” του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού.
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πλέον στα όριά της, οι αντοχές έχουν εξαντληθεί και -με βάση τα χθεσινά- ο νόμος της ζούγκλας αρχίζει να κυριαρχεί. Ποιος θα νικήσει τον άλλο: οι μπαχαλάκηδες ή οι υπόλοιποι. Εκεί καταντήσαμε, να πολεμάμε τον διπλανό με τον οποίο μπορεί να πίνουμε καφέ την επόμενη ημέρα. Σκηνές εμφυλίου στην Ελλάδα του 2011.
Κι αν για κάποιους η οικονομική καταστροφή είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, η διάλυση του κοινωνικού ιστού, η διάρρηξη της συνοχής της Ελλάδας είναι περισσότερο ανησυχητικό φαινόμενο. Όταν θα επικρατήσει πλήρως ο νόμος της ζούγκλας τότε δε θα έχει νόημα να μιλάμε για χρέος ή έλλειμμα.
Μπροστά σ’ αυτή την άθλια εικόνα που εμφανίζει η ελληνική κοινωνία ένας είναι ο τρόπος να αντισταθούμε. Ο μαζικός αγώνας χωρίς μπάχαλο και η απομόνωση των προβοκατόρων που διαλύουν την Αθήνα γιατί δε θέλουν να κατεβαίνει και να διαδηλώνει ο κόσμος κατά της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο και η χώρα οδηγείται στον γκρεμό. Αν κάποιοι στο ΠΑΣΟΚ έχουν ακόμη φιλότιμο θα πρέπει να παραιτηθούν από ντροπή για τα όσα έγιναν χθες, για να μην πούμε όλη η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός της. Κανείς όμως δεν μιλάει κανείς γι αυτό. Αλλά σε κατάφωρη αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα, απευθύνουν εκκλήσεις … σωφροσύνης.
Γράφει για παράδειγμα η σημερινή “Καθημερινή” στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Οι πύλες της Κολάσεως»: «Όσα τραγικά συνέβησαν χθες στην πλατεία Συντάγματος, που οδήγησαν στο θάνατο ενός συμπολίτη μας, δείχνουν πόσο σημαντικό είναι να μην ανοίξουν για τα καλά οι Πύλες της Κολάσεως για την Ελλάδα. Η πατρίδα μας αντιμετωπίζει μια μεγάλη κρίση, από την οποία πρέπει να εξέλθει όρθια. Το τυφλό μίσος, η βία, οι απειλές, οι προπηλακισμοί οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση της χώρας και την επικράτηση του χάους και των συμμοριών. Όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να αποκηρύξουν άμεσα και κάθετα τις φωνές που κάνουν λόγο για κρεμάλες, προδοσίες, ένοπλες εξεγέρσεις και σπρώχνουν το λαό σε εμφύλιο. Εκείνοι που το κάνουν, είτε από ίδιον συμφέρον είτε επειδή πιστεύουν ότι θα τους αποφέρει πολιτικά κέρδη, είναι επικίνδυνοι ή ανόητοι. Κανείς δεν κερδίζει από τη μισαλλοδοξία, την οχλοκρατία και το χάος. Μόνο η πατρίδα μας καταστρέφεται και γίνεται έτσι ακόμη πιο ανίσχυρη σε μια κρίσιμη στιγμή».  Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και οι άλλοι στυλοβάτες του συστήματος, το Βήμα, το Έθνος κλπ, που τρέμουν μπροστά σ΄ αυτό που έρχεται..

Όμως η πατρίδα καταστρέφεται από αυτόν που έβγαλαν πρωθυπουργό. Οι Πύλες της Κολάσεως άνοιξαν από εκείνους που έφεραν  το Μνημόνιο με νύχια και με δόντια.

Όσοι γονάτισαν την χώρα και πέταξαν στον λαό της στον Καιάδα δεν έχουν κανένα δικαίωμα πλέον να απευθύνουν εκκλήσεις νηφαλιότητος και σωφροσύνης. Ο νόμος της ζούγκλας θα αντιμετωπιστεί. Θα αντιμετωπιστεί με εθνικό αγώνα εγγυήτρια αυτού η Υπεραγία ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Θα αντιμετωπιστεί με τον Στρατό, ο οποίος πάντα υπήρξε άξιος ηγήτωρ όχι μόνον στην Ελληνική αλλά και στην παγκόσμιο ιστορία. Θα αντιμετωπιστεί μόνον με συγκρότηση κυβέρνησης Εθνικής Συνοχής με την στήριξη του Ελληνικού Στρατού και υπό την επίβλεψη του Βασιλέως των Ελλήνων.
Κι αυτήν την στιγμή δεν υπάρχει ούτε “δεξιά”, ούτε “αριστερά.  Υπάρχουν μόνο “κόκκαλα βγαλμένα των Ελλήνων τα ιερά”.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

BAΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η Βασιλευομένη Δημοκρατία αποτελεί επιτακτικό ηθικό και πολιτικοκοινωνικό αίτημα των καιρών μας.

Η Βασιλευομένη Δημοκρατία αποτελεί επιτακτικό ηθικό και πολιτικοκοινωνικό αίτημα των καιρών μας. Αποτελεί τον θεσμό που ανανεώνει το ήδη χρεοκοπημένο προεδρευόμενο κοινοβουλευτικό σύστημα και ενδυναμώνει την πραγματική Δημοκρατία, φρενάροντας την κιβδηλοποίηση της. Ο Βασιλικός θεσμός ικανοποιεί στο σύνολο τους τα αιτήματα μιας μεγάλης πολιτικής αλλά και αποτελεί το θεμέλιο ενός συστήματος που δεν βασίζεται σε συμβιβασμούς και παραχωρήσεις ούτε στην πολιτική και ηθική μετριότητα.
Η Βασιλεία, θεσμοθετεί την εθνική και λαϊκή συνοχή και συμβολίζει την ενότητα του έθνους και λαού, χωρίς ταξικές τεχνητές διαφοροποιήσεις. Είναι η κορωνίς της Χριστιανικής Ηθικής, της Χρηστής κοινωνίας και των Παραδοσιακών Αξιών. Η Βασιλεία είναι ένας παράγων ανεξάρτητος σε βαθμό ώστε να παρεμβαίνει για την περίπτωση αδικίας και ρυθμιστικά σε θέματα αρχής. Η Βασιλεία είναι η μόνη ασφαλής βάση για την αντιμετώπιση της υπονομεύσεως όποια μορφή και αν έχει: υλισμός, σοσιαλισμός, μαρξισμός, αμοραλισμός. Η Βασιλεία εγγυάται την κοινωνική νηφαλιότητα. Αντιμετωπίζει επαρκώς την αιχμαλωσία του ευρέως κοινού σε κυκλώματα αρνητικού επηρεασμού του, που τα χειραγωγούν χωρίς να σέβονται την αξιοπρέπεια του οι πολιτικάντηδες αυτού του τόπου. Η Βασιλεία είναι ένα ολοκληρωμένο σύνολο αρχών, αξιών, συνηθειών, αντιλήψεων, πολιτειακής και πολιτικής συγκροτήσεως, κοινωνικών επιλογών και τρόπου ζωής που κατοχυρώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και επιτρέπει την δημιουργική ανάπτυξη της προσωπικότητος του. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο βάλλεται από την υπονόμευση. Στον θεσμό της Βασιλείας μόνο οι αρχές και οι αξίες είναι αμετάβλητες. Η Βασιλεία είναι ακριβώς ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΣ. Ο θεσμός της Βασιλείας είναι η μοναδική εγγύηση της συνεχείας των θεμελιωδών αντιλήψεων του Ορθόδοξου Χριστιανικού πολιτισμού μας. Δεν είναι σε θέση τα πολιτικά κόμματα να διακρατούν την εθνικολαϊκή συνοχή. Μόνο η βασιλευομένη δημοκρατία έχει αυτήν την ικανότητα.
Ο Βασιλιάς ως ανώτατος άρχων έχει πλήρη ανεξαρτησία από τα κόμματα και δεν εξαρτάται από αυτά. Ο Βασιλιάς δεν κυβερνά ούτε προεδρεύει της κυβερνήσεως, απέχει δε εξ ίσου απ όλα τα κόμματα, διότι η εξουσία του δεν προέρχεται από αυτά. Ο Βασιλιάς, συνιστά, παροτρύνει, συμβουλεύει, εγγυάται, προωθεί και διευκολύνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της δημοκρατίας. Αντιθέτως, στην αβασίλευτη δημοκρατία, ο πρόεδρος έχει άμεση εξάρτηση από τους μηχανισμούς της φαυλότητας, υπεισέρχεται στην εκλογή του το εξουθενωτικό για την Ελλάδα στοιχείο της πολιτικής διαφθοράς και η δήθεν υπερκομματική του ιδιότητα, μόνο τυπική είναι και όχι ουσιαστική. Ο Βασιλιάς, Βασιλεύει, με την πληρότητα των ιδιοτήτων του. Δεν είναι υποχρεωμένος να δίνει υποσχέσεις για να επανεκλέγει. Επομένως δεν ευνοεί τα συμφέροντα κανενός. Το προσωπικό του συμφέρον ταυτίζεται προς το συμφέρον του έθνους. Η Πατρίδα δεν είναι θέμα ψήφων, επομένως ο βασιλιάς, αδέσμευτος από την ψηφοθηρία εν όψει επανεκλογής, έχει την δυνατότητα καλυτέρων επιλογών ως προς την ενότητα και την συνέχεια του κράτους. Πρέπει να έχει την δυνατότητα να λεει: Μέχρι εδώ και πάρα πέρα. Αυτό ισχύει στην αμυντική και εξωτερική πολιτική. Οι επιλογές στον τομέα αυτό συνδέονται πάντα με τα πεπρωμένα περισσοτέρων γενεών και δεν είναι δυνατόν να βασισθούν στην αυθαιρεσία ενός στιγμιαίου πάθους η τυχαίων συμφερόντων. Το ότι ο βασιλιάς βρίσκεται υπεράνω των κομμάτων, αποτελεί ένα σημείο αναφοράς και μία εγγύηση για τα συγκροτημένα σώματα του κράτους, ενόπλους δυνάμεις, δυνάμεις ασφαλείας, δικαστικό σώμα, διπλωματία, γραφειοκρατία, τα οποία πρέπει να παραμένουν έξω από την πολιτική και να προστατεύονται ώστε να υπηρετούν αποκλειστικώς την Πατρίδα. Ο Βασιλιάς ως αρχηγός του κράτους έχει αποστολή να υπερασπίζεται την αρμονία των διαφόρων εξουσιών, την δίκαιαν κατανομή τους και την ανεξαρτησία τους. Χρέος του είναι να υπερασπίζεται το Σύνταγμα, και η κυβέρνηση να συμφωνεί με το Σύνταγμα. Η ρυθμιστική εξουσία του βασιλέως δεν είναι "νερό στο κρασί" . Είναι να εμποδίζει να ρίχνουν νερό η να θολώνουν το κρασί. Ο Βασιλιάς δεν έχει εξουσιαστική δύναμη. Είναι Σύμβολο. Ειδικότερα για την Ορθόδοξη Χριστιανική Ελλάδα μας, συμβολίζει τον ηθικό δυναμισμό των Αξιών του Βυζαντινού πολιτισμού και των ανθεκτικών πολιτιστικών δυνατοτήτων του λαού μας. Με τις Ελληνορθόδοξες ηθικές βάσεις, η βασιλευομένη δημοκρατία, αποπαγιδεύει τον κοινοβουλευτισμό από την σήψη και την κακοδιοίκηση, ο πολίτης παύει να γίνεται έρμαιο των κομματικών διαφθορών και η νεολαία προοδεύει απαγκιστρωμένη από την αλητεία, τα ναρκωτικά και την κραιπάλη. Στον βασιλιά ανήκει η υποκίνηση, ο συντονισμός, η θεσμοποίηση των κοινωνικών δραστηριοτήτων που δεν υπάρχει λόγος να είναι κρατικές εκείνες που απαιτούν μια ορισμένη συνέχεια. Η βούληση και η απόφαση του βασιλέως και η ιστορική στιγμή μπορούν να προσδιορίσουν σε συνταγματικούς όρους τον ρόλο του, αλλά ο άμεσος ψυχολογικός δεσμός του με τον λαό διαφεύγουν από τους ρόλους. Όταν υποστηρίζεται ότι η λαϊκή κυριαρχία έχει την «ανωτέρα της προσωποποίηση στο Στέμμα», αυτό σημαίνει κάτι παρόμοια με όσα ανέφερα ανωτέρω. Ο Βασιλιάς είναι δηλαδή ο τιτλούχος του κοινωνικού σώματος που προηγείται οποιασδήποτε πολιτικής κατηγορίας, ως «Ηγέτης του Έθνους» το οποίο προσωποποιείται σε αυτόν ως κοινωνία, ως ιστορική πορεία και κατεύθυνση, ως ανθρώπινη κοινότητα στην ιστορική συνέχεια, προ οποιασδήποτε συγκεκριμένης πολιτικής αποφάσεως, στον χρόνο, χωρίς να διασπάται εκείνη η ανωτέρα συνοχή και η συνέχεια που εκφράζει το Σύνταγμα σε νομική μορφή. Πρόκειται για μία μορφή «Εξουσίας»; Δεν είναι πολιτική εξουσία. Είναι μία «εξουσία χωρίς δύναμη», ικανή να ενεργοποιήσει τις κοινωνικές δυνάμεις. Ο Βασιλιάς αντιπροσωπεύει το κέντρο και την ενότητα, τα ενδιάμεσα σώματα την πολλαπλότητα και την ιεραρχία. Διασφαλίζει την συνέχεια των αντιλήψεων και των παραδόσεων της Πατρίδος μας. Ο Βασιλιάς κατευθύνει το βασίλειο προ τον σεβασμό της θρησκείας και διασφαλίζει τα δικαιώματα και του κράτους και της Εκκλησίας.
Η Βασιλεία δεν είναι απολυταρχική και ο λόγος της δεν είναι διακοσμητικός, χωρίς πνευματική και ηθική διάσταση. Πρέπει να θεωρούμε την βασιλεία ως την εγγύηση της συνεχείας, και ως την ασφαλιστική δικλείδα έναντι των κομματικών υπερβολών.
Η Βασιλική Οικογένεια της Ελλάδος είναι το σύμβολο και το πρότυπο για κάθε ελληνική οικογένεια. Είναι ακριβώς όπως την θέλει και την ονειρεύεται ο Έλλην, δηλαδή με ήθος και αξιοπρέπεια. Οι πρίγκιπες αναγνωρίζουν στους γονείς τους το αναφαίρετο πατρικό και μητρικό δικαίωμα να τους κατευθύνουν εις την ζωήν και να τους διδάσκουν. Οι βασιλόπαιδες έχουν ανατραφεί ούτως ώστε να γνωρίζουν ότι ο μεν γονιός ασκεί την ηθική εκπαίδευση μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, ο δε δάσκαλος ασκεί την πνευματική αγωγή σαν προπαίδεια της μέλλουσας επιστημονικής κατάρτισης. Η Βασίλισσα είναι παράδειγμα προς μίμηση σε κάθε γυναίκα, σύζυγο και σωστή μητέρα. Η ηθική της και η άψογη συμπεριφορά της στον βασιλέα σύζυγο της "στέκεται επάξια στο πλευρό του τόσα χρόνια" μας δίδει να καταλάβουμε την αξία των πολύχρονων συμβόλων, όπως το βασιλικό σύμβολο, που κρατά την ενότητα και την πνευματική συνοχή του ελληνικού λαού. Είδαμε ποτέ στην βασιλική μας οικογένεια τον πατέρα και σύζυγο να διαλύει την οικογένεια του, για να είναι στην αγκαλιά κάποιας παλλακίδος, π.χ. Ανδρέας Παπανδρέου, και να υποχρεώνει τον ελληνικό λαό να αποδεχθεί την προσωπική του ανηθικότητα;
Η Βασιλική μας οικογένεια έχει μεγάλη προσήλωση στην Χριστιανική Ηθική και αποτελεί σταθερή πυξίδα χριστιανικών ηθικών κατευθύνσεων για τον ελληνικό λαό. Ποιο πρέπει να είναι λοιπόν το ηθικό πρότυπο του άρχοντος που πρέπει να αναζητεί και να αποζητάει ο λαός μας; και που θα το βρει; Μόνο εις τον θεσμόν της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, που αποτελεί την εγγύηση για ηθική μεταρρύθμιση.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: EΠΕΤΕΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΗΡΩΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ, ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ & ΕΘΝΙΚΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ


melas1Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία, στις 29 Αυγούστου 1870, από Ηπειρώτη πατέρα και Κεφαλλονίτισσα μάνα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα. Περνούν τα καλοκαίρια τους, μακριά από την Αθήνα πότε στην Οδησσό, πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά, από τότε που κτίζουν εκεί το εξοχικό τους σπίτι. Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα αδέλφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη και την αγάπη σε κάθε αδύνατο πλάσμα. Η 25η Μαρτίου είναι γι΄αυτόν μεγάλη ημέρα και συμμετέχει στον εορτασμό της με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. Γενικά αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα. Δεν ξεχνά την Ηπειρωτική καταγωγή του και η επιθυμία να ελευθερωθούν τα Γιάννενα φωλιάζει έντονη μέσα του. Ακούει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις παλιές Γιαννιώτικες οικογενειακές περιπέτειες του 1821 που διηγείται ο πατέρας του και η αγάπη του για την πατρίδα γίνεται όλο και πιο δυνατή.

Κάποτε αναζητώντας τον πατέρα του κατεβαίνει στο υπόγειο του σπιτιού και έκπληκτος ανακαλύπτει ξύλινες κάσες με τουφέκια. Ο μεγάλος αριθμός τους του δημιουργεί μια αλλόκοτη συγκίνηση και νιώθει έντονη την επιθυμία να τα αγγίξει, να τα χαϊδέψει. Ο πατέρας του που καταφθάνει, του αποκαλύπτει ότι είναι όπλα που συγκεντρώνονται για να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει πουθενά. Και ο μικρός  Παύλος φυλάει βαθιά στην καρδιά του το μεγάλο μυστικό! Η σκέψη του όμως είναι συνεχώς εκεί, αφού και οι συζητήσεις των μεγάλων γύρω του είναι πάντοτε για τα εθνικά και πολιτικά ζητήματα.
Στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην ‘Ηπειρο, στη Θεσσαλία ξεφυτρώνουν τοπικά επαναστατικά σώματα, που καταλύουν τις Τουρκικές αρχές. Και από την ελεύθερη Ελλάδα φεύγουν συνεχώς εθελοντές – στρατιωτικοί, επιστήμονες, φοιτητές και μαθητές ακόμη – για να ενισχύσουν τον αγώνα των υπόδουλων. Ταυτοχρόνως μεγάλα συλλαλητήρια του λαού πιέζουν την Κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και να σταθεί στο πλευρό της Ρωσίας, που ήδη πολεμά με τους Τούρκους. Και ενώ τελικά η επιστράτευση γίνεται και ο στρατός μας συγκεντρώνεται στη Λαμία, υπογράφεται η ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας και η Ελλάδα αναγκάζεται να ησυχάσει πετυχαίνοντας αμνηστία για τους επαναστάτες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, Χριστιανό διοικητή για την Κρήτη και διπλωματικές υποσχέσεις για το μέλλον! Ο οκτάχρονος Παύλος, αν και δεν καλοκαταλαβαίνει, ζει αυτή την ατμόσφαιρα και ανυπομονεί να μεγαλώσει, για να πολεμήσει.
Και τα χρόνια περνούν. Η Θεσσαλία και η ‘Αρτα προσαρτώνται στο ελληνικό κράτος (1881) και ο Παύλος ετοιμάζεται για τις εισιτήριες εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων (1886). Και γράφει στο ημερολόγιό του “Εκλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανω χρήσιμος εις τον τόπο μου ……… θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δ΄αυτήν να αποθάνω…. Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων….”
Με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου παίρνει ο Παύλος το σιδηρόδρομο για τον Πειραιά, που βρίσκεται το “Στρατιωτικόν Σχολείον Ευελπίδων”. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει “… υποταγή στο καθηκον… ‘Ετσι θα πάρωμε τα Γιαννένα” και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του “ο Θεός μαζί σου, γιέ μου”.
Τον Αύγουστο του 1891 ο Παύλος βγαίνει από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί ως απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α’ πυροβολικού συντάγματος. Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του : γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν “πατέρα”. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή.
Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή του γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1892. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν μεγαλώσει κι οι δύο με τον ίδιο τρόπο ανατροφής.
Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί ο Μιχαήλ. Τη χαρά που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του την μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό στρατό κι η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη! Η αδράνεια του Ελληνικού στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του στρατού βρίσκεται στους Μύλους του ‘Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου η Τουρκία φοβισμένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Η συμπαράσταση τότε του Ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση Τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει από τους Τούρκους κι από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας – 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης που έχει ως σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του “…με κόπο συγκρατώ τά δάκρυά μου… Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος… δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή”.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. “… Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα…” γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων – “… από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση”.
Στις 4 με 8 Μαρτίου κατεβαίνει με άδεια στην Αθήνα και επιστρέφει ξανά στη θέση του με εμπιστευτική αποστολή της Εθνικής Εταιρείας, που ετοιμάζει σώματα ανταρτών, για να υποστηρίξουν τις επικείμενες πολεμικές επιχειρήσεις. Του φανερού κέντρου της Εταιρείας πρόεδρος είναι ο πατέρας του ο Μιχαήλ Μελάς, πρόσωπο σε όλους σεβαστό και αγαπητό, στον οποίον ο Παύλος αναφέρει συχνά τις αντιλήψεις και τα παράτολμα σχέδια των νέων με την ελπίδα ότι θα υιοθετηθούν από το Διοικητικό Συμβούλιο. Και πολλές φορές συγκρούεται η λογική του ώριμου άνδρα με τον ενθουσιασμό και την άκριτη ενίοτε τόλμη του νέου. Και δεν ξεχνά στα γράμματά του προς τον Παύλο να του το θυμίζει ο πατέρας. “… Εις έναν αξιωματικόν χρειάζεται βεβαίως δόσις τις ενθουσιασμου, αλλά συγχρόνως και προ πάντων χρειάζεται ψυχραιμία… Νά εκτελέσης, παιδί μου, το καθηκον σου πρός την πατρίδα σου, αλλά χωρίς περιττάς παλληκαροσύνας…”
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου “Ευχηθείτε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου.”
Μέσα όμως από τα επόμενα προς τη γυναίκα του γράμματά του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός – “… εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)… Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου….” – μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση - “… Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι … 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι…” – και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου - “ότι θέλομεν υπερασπισθη το έδαφος του Δομοκου” - για να καταλήξει σε λίγο σε απόγνωση και απελπισία – “.. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον…” - Τέλος το τηλεγράφημα του πατέρα του που έρχεται από την Αθήνα – “… Απεφασίσθη ανακωχή…” είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά.
Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - “κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας” - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο “Θεσσαλία” συναντά τη γυναίκα του, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, το μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός που τον συγκλονίζει είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής.
Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. ‘Οπως ομολογεί και ο ίδιος “… πότε ειμαι ευχαριστημένος… διότι ελπίζω να διορθωθή αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε”. Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του “ελησμονούσα όλα τάς στεναχωρίας μου”.
Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 αρχίζει η εκκένωση του Θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος έφιππος επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει στους δικούς του. “… ειναι αδύνατον νά σας ειπω τί αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τά οποια ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους…”
Η εκκένωση της Θεσσαλίας από τα Τουρκικά στρατεύματα είναι πλέον γεγονός. Οι Ελληνες όμως που ζουν στις Τουρκοκρατούμενες ακόμη περιοχές υποφέρουν. Στην Ηπειρο και στην Πόλη οι Χριστιανοί τραβούν μαρτύρια και οι φυλακές της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου γεμίζουν από Έλληνες, που συλλαμβάνονται για ανύπαρκτα ή ασήμαντα αίτια. Την ίδια περίπου εποχή και η Κρήτη - μέσα Οκτωβρίου 1898 – γίνεται αυτόνομη με ύπατο αρμοστή τον Έλληνα πρίγκιπα Γεώργιο.
Κι ενώ τα Χριστιανικά Βαλκανικά κράτη στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο κρατούν αυστηρή ουδετερότητα και δυσαρεστούνται μάλιστα (Βουλγαρία, Σερβία) για τη λύση του Κρητικού ζητήματος, η Τουρκία που πληγώνεται βαθιά από την απώλεια της Κρήτης, αποφασίζει να μη χάσει και τη Μακεδονία, έστω και αν χρειαστεί να πολεμήσει με ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι κοινό μυστικό σε όλους τους Βαλκανικούς λαούς ότι το τέλος του Κρητικού ζητήματος ανοίγει επικίνδυνα το Μακεδονικό, γιατί τη Μακεδονία εποφθαλμιά και η Βουλγαρία. Και από το Νοέμβριο μάλιστα του 1898 Βουλγαρικές συμμορίες αρχίζουν να μπαίνουν πάλι στη Μακεδονία.
Το φθινόπωρο του 1898 επιστρέφει από τη Θεσσαλία οριστικά ο Παύλος στην Αθήνα και αρχίζει πάλι τη συνηθισμένη του ζωή μεταξύ συντάγματος και σπιτιού του. Δεν είναι όμως πια ο ίδιος. Τα γεγονότα τον έχουν σημαδέψει. ‘Εφυγε νέος γεμάτος φλόγα και ορμή για τον πόλεμο και γυρίζει άνδρας με την πίκρα στο πρόσωπο, την ψυχή ταραγμένη και με ύπνο ανήσυχο. Μόνον όταν παίζει με το γιο του, το γέλιο χαράζει αβίαστο τα χείλη του.
Τα νέα για τα όσα συμβαίνουν στη Μακεδονία κυκλοφορούν γρήγορα. Ο Παύλος με τον πεθερό του είναι σε συνεχή επικοινωνία με Ηπειρωτικούς και Μακεδονικούς συλλόγους. Αλλά και οι Μακεδόνες που έρχονται στην Αθήνα βρίσκουν πάντα καταφύγιο στο σπίτι του Στέφανου Δραγούμη. Ετσι και οι δύο άνδρες γνωρίζουν με λεπτομέρειες τα όσα τραγικά διαδραματίζονται στη Μακεδονική γη. Ωστόσο ο Παύλος επιθυμεί διακαώς να επισκεφθεί τη Μακεδονία και να αποκτήσει προσωπική αντίληψη, για τα όσα συμβαίνουν εκεί.
Κι ενώ η υπηρεσία του ως ανθυπολοχαγού του Β’ συντάγματος πυροβολικού είναι απελπιστικά μονότονη, η οικογένεια του αυξάνεται με τη γέννηση της κόρης του Ζωής. Τα τρία χρόνια που έχουν περάσει από το θάνατο του πατέρα δεν τον έχουν βοηθήσει να τον ξεπεράσει, γι΄αυτό απέχει σχεδόν από την κοσμική ζωή των Αθηνών και περιορίζεται στο να δέχεται στο φιλόξενο σπίτι του τους λίγους αγαπητούς φίλους και συναδέλφους. Τα καλοκαίρια του τα περνά με την οικογένειά του στο σπίτι του στο Στροφύλι της Κηφισιάς και η αγαπημένη του ευχαρίστηση καθώς και της γυναίκας του είναι η ιππασία.
Στο μεταξύ οι εντυπώσεις του Παύλου από τον άτυχο πόλεμο του 1897 έχουν κάπως αμβλυνθεί και η διάθεσή του έχει αρκετά βελτιωθεί. Στη Μακεδονία όμως η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων σε βάρος του Μακεδονικού λαού είναι ανήκουστες. Η Ελληνική κυβέρνηση διαμαρτύρεται συνεχώς και έντονα στις Δυνάμεις -  Ρωσία και Αυστροουγγαρία – που έχουν αναλάβει το διακανονισμό των Βαλκανικών ζητημάτων. Οι παρατηρήσεις των Δυνάμεων προς την Τουρκία, που επιτρέπει τις Βουλγαρικές ωμότητες, έχουν περιορισμένης διάρκειας αποτελέσματα. Οι Τούρκοι συλλαμβάνουν κάποτε για τα μάτια του κόσμου μερικούς κομιτατζήδες, στη συνέχεια τους αφήνουν ελεύθερους και η ίδια τραγική κατάσταση συνεχίζεται. Οι δυστυχισμένοι χωρικοί έχουν να διαλέξουν μεταξύ των κομιτατζήδων που στο όνομα της ελευθερίας σφάζουν άγρια δασκάλους, ιερείς, προεστούς και των Οθωμανικών αποσπασμάτων, που, ενώ έρχονται να επιβάλουν την τάξη, καταστρέφουν τελείως ό,τι έχει απομείνει.
Στην Ελλάδα βέβαια οι πολιτικοί και οι πατριωτικοί σύλλογοι έχουν ξεσηκωθεί. Εκθέτουν τα γεγονότα στον Ελληνικό τύπο και προσπαθούν να ευαισθητοποιήσουν όλους τους Ελληνες. Παράλληλα ο Στέφανος Δραγούμης με την επιτροπή “η Επίκουρος των Μακεδόνων” προσπαθεί με το εβδομαδιαίο δελτίο που εκδίδει στη Γαλλική γλώσσα να ενημερώσει λεπτομερώς και τους ξένους. Δυστυχώς όμως ο ξένος τύπος δεν ευνοεί την Ελληνική άποψη για το Μακεδονικό ζήτημα. Κατακρίνοντας μάλιστα τους Ελληνες ως φίλους των Οθωμανών αποδέχεται τη Βουλγαρική θέση, σύμφωνα με την οποία οι κομιτατζήδες αγωνίζονται για την ελευθερία της Μακεδονίας!
Την ίδια εποχή ο Παύλος συγκεντρώνει χρήματα από φίλους για να βοηθήσει τα θύματα να επισκευάσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ντυθούν και για να εφοδιαστούν με όπλα. Ο ίδιος έχει περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες του, για να ενισχύσει όσο μπορεί περισσότερο τους κατατρεγμένους. Κι επειδή η υπηρεσία του του αφήνει αρκετό ελεύθερο χρόνο – υπηρετεί τώρα στο Σχολείο των Ευελπίδων ως αξιωματικός επιτηρητής – αφοσιώνεται στους εράνους, στην επικοινωνία του με πρόσφυγες Μακεδόνες που του φέρνουν πολύτιμες πληροφορίες και στην αλληλογραφία με αξιωματικούς της Θεσσαλίας, που τον ενημερώνουν για το “ποιόν”, των προσφύγων, επειδή ως Μακεδόνες παρουσιάζονται συχνά και Βούλγαροι κατάσκοποι.
Το 1902 στο προξενείο Μοναστηρίου διορίζεται υποπρόξενος ο αδελφός της γυναίκας του ‘Ιωνας Δραγούμης με τη συμβουλή των ανωτέρων του “να μη γεννά ζητήματα”. Ο Παύλος νιώθει ιδιαίτερη συγκίνηση, γιατί πιστεύει ότι ο διορισμός του ‘Ιωνα θα ενισχύσει αφενός τη Μακεδονική άμυνα και θα εμπλουτίσει αφετέρου τη δική του ενημέρωση.
Τον Φεβρουάριο του 1904 επιτέλους αποφασίζει η Ελληνική κυβέρνηση ν΄αποσταλούν με κάθε μυστικότητα στη Μακεδονία τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί, οι Κοντούλης, Παπούλας, Κολοκοτρώνης και Μελάς. Οι άδειες που τους δίνονται από το Υπουργείο Στρατιωτικών αφορούν μετακινήσεις τους μέσα στα όρια του Ελληνικού κράτους, ενώ τα διαβατήριά τους εκδίδονται με ψευδώνυμα – Το ψευδώνυμο του Παύλου είναι Μίκης Ζέζας – Ο Παύλος ετοιμάζεται με ιδιαίτερη χαρά γιατί όπως γράφει στο σημειωματάριό του στις 24 Φεβρουαρίου 1904, “Σήμερον επί τέλους εκπληρούται ο πόθος μου…” Πριν αναχωρήσει επισκέπτεται τον τάφο του πατέρα του, που λάτρευε τη Μακεδονία και θυμάται ότι πάνω στο φέρετρό του είχε ορκισθεί να πεθάνει, αν χρειαστεί, γι΄αυτή. Επιστρέφει στη συνέχεια ήρεμος στο σπίτι του, περνά μερικές ώρες με τους δικούς του κι ενώ τους αποχαιρετά με τα λόγια “ζήτω η Μακεδονία” συγκινημένος ξεκινά για την επικίνδυνη αποστολή του.
Φθάνοντας στον προορισμό του μετά από ταξίδι μερικών ημερών αρχίζει το έργο του. Ενημερώνεται, ζει με άθλιες συνθήκες, συμπάσχει, παρηγορεί και εμψυχώνει. Συνεχίζει απτόητος και ακούραστος, όταν κρυπτογραφική επιστολή του ‘Ιωνα Δραγούμη πληροφορεί ότι “η Τουρκική πρεσβεία, μαθούσα τήν παρουσίαν των κ.κ. Μελά και Κοντούλη εις τά πέριξ της Καστορίας, προέβη εις παραστάσεις. Οπως διασκεδασθωσιν αι υποψίαι των Τούρκων εκρίναμεν αναγκαιον νά επιστρέψη προσωρινως ο κ. Μελας τουλάχιστον…” Ο Παύλος αντιδρά βίαια, αρνείται να υπακούσει. Μάταια ένα ημερονύκτιο ο Κοντούλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Μόνον όταν του θυμίζει ότι ως αξιωματικός έχει ορκισθεί υπακοή και όταν του τονίζει ότι εξαιτίας του ίσως αποτύχει ολόκληρη η αποστολή, πείθεται με βαριά καρδιά να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 29 Μαρτίου 1904 ξαναβρίσκεται με την οικογένειά του στην Αθήνα. Και είναι η Δευτέρα του Πάσχα.
Η διαταγή που τον έχει φέρει στην Αθήνα αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.
‘Ενα απόγευμα στα τέλη του Ιουνίου του 1904 δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες αξιωματικοί , για να τη διευθύνουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως του αποκαλύπτουν ότι όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους. Και ο Παύλος συγκινημένος τους υπόσχεται αμέσως ότι γρήγορα θα βρεθεί στον Κοζάνη, για να τους οργανώσει. Μάταια σε λίγο οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν.
Ετσι στις 9 Ιουλίου παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μυστικά και μεταμορφωμένος σε χωρικό αναχωρεί τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη αρχικά και στη Στάτιστα στη συνέχεια συμβουλεύει, καθοδηγεί, οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της ‘Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.
Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του – συναλλάσσεται μάλιστα ως ζωοέμπορος στις αγορές – αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις οι προσπάθειές του αποδίδουν “… Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, διά νά εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των…”
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος από το έργο του και αποφασισμένος, αφού εκθέσει στον πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταστη, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα και να επιστρέψει ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου στην Αθήνα και αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι τις ετοιμασίες για τη Μακεδονία.
Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού αγώνα είναι πολύ καλύτερες. Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, η εργασία των αξιωματικών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς. Σε γράμμα του προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά “… Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποιος μου αρμόζει περισσότερον ειναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινος δέν ηξεύρω τί έπαθα έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφου έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου καί νά με ωθή διαρκώς πρός τή Μακεδονία.”
Στις 18 Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, φορά και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα με τριάντα περίπου άνδρες. Πεζοπορώντας πολλές ώρες και πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις, για να μη συναντηθούν με Τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο Μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του. “…Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία καί ακόμη τριγυρίζομεν περί τήν Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα πού περνα καί πολύτιμος καιρός χαμένος ειναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει…. Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας… Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι οδηγόν δέν έχομεν, τό έδαφος δέν τόν γνωρίζομεν! Θά φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θά μας αρχίσουν το κυνηγητό καί έτσι θά ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τούς εκει αδελφούς; Θεέ μου, θεέ μου. Καί ενω ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω νά ενθουσιάζω καί νά ενθαρρύνω τούς άνδρας μου… Βρέχει δυνατά καί ακατάπαυστα… από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβατίνας, τήν οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά …. Είμεθα όλοι υγροί ως τά κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν …. Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον τήν βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον τήν πορείαν μας… Η απότομος καί ολισθηρά κλίσις του βουνου, τά πυκνότατα καί δύσκαμπτα δενδρύλλια, τά οποια ειναι κάθυγρα από τήν βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημεις, τά όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από τήν βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς…”
Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως με τις συνθήκες που περιγράφει παραπάνω φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να αρχίσουν την εφαρμογή του προγράμματός τους. “… Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω…”

Και αρχίζει τις επαφές του με τη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης είναι η ψυχή της περιφέρειας όλης, και καταλήγει με τους άνδρες του στη μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν. Οι Μακεδόνες μαθαίνοντας την αφιξή τους ανασαίνουν, ενθουσιάζονται, τους βλέπουν ως σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου – του καπετάν Μίκη Ζέζα στο εξής – και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται “…άν ειχα τό δικαίωμα εγώ νά συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος καί αν είναι, να τόν τραβήξω από τήν οικογένειάν του και να τον φονεύσω!… Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλήν της πρός τήν πατρίδα καί τό γένος μου αγάπης έχω. Μά τήν αλήθειαν πολύ θά τ΄αγαπω καί τά δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω νά γίνη εκείνο πού απεφασίσθη…” Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. “Εχουν καί δίκαιον οι δυστυχείς καί πολλάκις μου υπενθυμίζουν τήν από ημας εγκατάλειψίν των τήν άνοιξιν.”
Εν τούτοις παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες – βρέχει συνεχώς 23 ημέρες – με κέντρο τα Ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την Ελληνική ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ. Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή – από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους – και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.
Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του ξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια. Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. “Καταλαβαίνομεν… τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν…”. ‘Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του.
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις πατριωτικές Αθηναϊκές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ με τα όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του Βουλγαρικές απειλές οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους κομιτατζήδες. Παράλληλα εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. “…Δεν φαντάζεσαι τήν κατάστασίν μου τήν ψυχικήν. Θέλω καί πρέπει νά μείνω εδω αλλ΄ ο πολυτάραχος καί σχεδόν άγριος βίος μου μέ κάμνει να νοσταλγώ τόν ήσυχον καί γλυκύν οικογενειακόν βίον. Καί εδώ έχω τάς ικανοποιήσεις μου καί εκει τήν ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδω μέ κρατει επί πλέον τό καθηκον καί πρό πάντων αι υποχρεώσεις άς ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θά κατορθώσω τίποτε; ΄Η θά χανδακώσω τήν ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος τό μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω καί πότε ενθουσιώ…”
Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των Βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις γι΄αυτό το σταθμο του φίλου και υπαρχηγού του Νίκου Πύρζα, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: “Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον”. Αυτή η απόφαση του θα είναι γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι από κομιτατζή για την εκεί παρουσία τους επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά – “στη μέση μέ πηρε, παιδιά” - Κι ενώ τρέχουν να βοηθήσουν, μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα - “Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη καί νά τούς πης ότι τό καθήκον μου έκαμα”. Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε “πονώ” πότε “σκοτωστε με” και πότε τα ονόματα των παιδιών του “Μίκη, Ζωή”. Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη “πονώ” αφήνει την τελευταία του πνοή.
Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής : “Παρελθούσαν Τετάρτην 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα καί περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δέ ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον ο Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα Τουρκική πλήξασα αυτόν κατά τήν οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον… εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε…”
250px-PavlosMelas_statue_Thessaloniki
Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο Ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον ‘Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του. Σύμφωνα με αυτές ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιστα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. Κι ενώ έχει αρχίσει η εκταφή του νεκρού, αναγγέλλεται ότι ισχυρό Τουρκικό απόσπασμα κατευθύνεται στο χωριό. Για ν΄αποφύγουν τότε την αυτόφωρη σύλληψη, κόβουν την κεφαλή του παλικαριού και θάβουν ξανά το σώμα του. Και τη στιγμή που ο Τούρκος αποσπασματάρχης έχει συγκαλέσει τους χωρικούς στην πλατεία και με απειλές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, τους ζητά τον τόπο της ταφής, ο απεσταλμένος κατορθώνει να διαφύγει έχοντας στο σακίδιό του το κεφάλι του άτυχου αρχηγού του και να φθάσει στο Ζέλοβο. Εκεί ως πιο κατάλληλο για την ταφή του επιλέγουν το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής στο Πισοδέρι, όπου και ενταφιάζεται στον προ της Ωραίας Πύλης χώρο στις 18 Οκτωβρίου 1904. Επειδή όμως οι Τούρκοι από δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατό του και την ταφή του Παύλου, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του Βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται και η κεφαλή στο σώμα και έτσι όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά βρίσκεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα ύστερα από δική της επιθυμία αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.
Η είδηση του θανάτου του Παύλου συγκλονίζει την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά την οικογένειά του. Ολόκληρος ο Ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές. Το όνομά του γίνεται σύμβολο του Μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός αξιωματικών και πολιτών σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της. Τη θυσία του υμνεί το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. Αλλά και η πατρίδα τιμώντας τον τον αναγνωρίζει ως εθνικό ήρωα και τη Στάτιστα, το χωριό όπου σκοτώθηκε, την ονομάζει “Παύλος Μελάς”.

ΣΗΜΕΡΑ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΕΙΞΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΤΗΝ ΗΓΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ, ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ. ΕΠΡΕΠΕ Σ' ΟΛΗ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΝΑ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΗΡΩΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΝΑ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ. ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 3 ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΝΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΠΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ.
ΝΤΡΟΠΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΗΓΕΣΙΑ.

                                                         1 3   Ο Κ Τ Ω Β Ρ Ι Ο Υ
                    Η Μ Ε Ρ Α   Μ Ν Η Μ Η Σ   &   Ε Θ Ν Ι Κ Η Σ   Υ Π Ε Ρ Η Φ Α Ν Ε Ι Α Σ

Ο ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΑΠΕΔΕΧΘΗ ΤΟ "ΒΟΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ"!!!

Η προδωσία των πολιτικών μας και κυρίως του σημερινού μας πρωθυπουργού δεν έχει όριο. Απεδέχθη το όνομα "Βόρεια Μακεδονία"!!! Προδίδει Ορθοδοξία-Πατρίδα και φυλή. Δεν έχει αίσθημα ντροπής, λίγη τσίπα όταν βγαίνει και λέει ότι είμαστε πατριώτες; Όχι Ελληνίδες και Έλληνες. Όχι. Υπακούει στα εθνοβλαβή σχέδια των μασόνων και της τρόικας.
Ο σκοπός του, ο στόχος του είναι ένας και μοναδικός. ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΨΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ.

Ο Πρόεδρος της Εθνικής Ελπίδος κ. Γιώργος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει την προδωσία των πολιτικών μας επί του Σκοπιανού θέματος και τονίζει πως το όνομα "Μακεδονία" είναι Ελληνικότατο. "Αν εσύ λές ότι το σπίτι μου είναι δικό σου, ενώ δεν είναι, όσο και να φωνάζεις και να ουρλιάζεις ότι είναι δικό σου, αν δεν βγώ εγώ να υπογράψω για να είναι δικό σου δεν πρόκειται να γίνει ποτέ" φέρνοντας ως παράδειγμα την συμπεριφορά των Σκοπιανών. Επίσης απεκάλυψε το σχέδιο των "τεσσάρων Μακεδονίων". Τόνισε ότι το συγκεκριμένο σχέδιο είναι των πολιτικών μας οι οποίοι έχουν συμπράξει στην "πώληση της Μακεδονίας μας".


Οι "Μακεδονίες" είναι οι εξής:

1) Δυτική: Κοζάνη, Γρεβενά, Φλώρινα και Καστοριά,
2) Κεντρική: Θεσσαλονίκη, Πιερία, Πέλλα, Όλυμπος, Κιλκίς, Σέρρες, Χαλκιδική και Ημαθία,
3) Ανατολική: Καβάλα, Δράμα,
4) Βόρεια: Σκόπια.

Ο τροικοπροσκυνημένος πρωθυπουργός προσωπικά μεταφέρει την θέση του αυτή στον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Στάινμπεργκ κατά τη συνάντησή τους στις 2  Δεκεμβρίου 2009. Ο Παπανδρέου ενημέρωσε ότι οι διαπραγματεύσεις ήταν κοντά σε απόφαση σχετικά με την πρόταση “Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας”, και έπρεπε μόνο να καθοριστεί το πώς και πού θα χρησιμοποιείται το όνομα.
Ο Παπανδρέου στην συνάντηση για άλλη μια φορά επανέλαβε ότι η θέση της στην Ελλάδα είναι "erga omnes" , επειδή ήθελε να διασφαλιστεί ότι καμία νέα προσπάθεια δεν θα ακολουθούσε για την αναγνώριση του "συνταγματικού ονόματος" των Σκοπίων σε τρίτες χώρες.

Σύμφωνα με το έγγραφο που δημοσιεύτηκε στο Wikileaks, κατά την πρώτη συνάντηση ο Έλληνας Πρωθυπουργός διαισθάνθηκε θετική εξέλιξη, αλλά την επόμενη, ο
Γκρούεφσκι έφερε ένα άλλο όνομα και επέμεινε η γλώσσα και εθνική ταυτότητα (εθνικότητα) να ορίζονται ως «македонски ».

Ο Παπανδρέου ήταν
εξοργισμένος με τον Γκρούεφσκι, επειδή ο σκοπιανός πρωθυπουργός μετά τη συνάντησή τους στην Πρέσπα έχει εξαγγείλει δημοσίως τις προδωτικές του θέσεις και διαθέσεις.
Ο Παπανδρέου ζήτησε από τον κ. Στάινμπεργκ να παραδώσει ένα μήνυμα στα Σκόπια ότι είναι έτοιμος για άμεση επίλυση της διαφοράς,
“αν ο Γκρούεφσκι δεχθεί το νέο όνομα (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας), την γενική διεθνή χρήση του και να αφησει την γλώσσα και την εθνικότητα."

ΑΝ ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ, ΝΑ ΣΑΣ ΒΡΑΣΩ. ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΒΕΝΙΖΕΛΟ ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥΣ... Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ!!!
ΘΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΟΥΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΡΑΝΙΔΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΜΑΣ.

ΑΣ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΗΝΩΜΕΝΟΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ! HNΩMENOI ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΔΩΤΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΥΒΕΡΝΟΥΝ!

ΚΑΤΩ ΤΟ ΠΑΤΣΟΚ. ΚΑΤΩ Ο ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. ΚΑΤΩ ΟΙ ΠΡΟΔΩΤΕΣ. ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ. ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ


Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου εγράφη τον 1ο αιων. μ.Χ. Σύμφωνα με έρευνα Θεολόγων αλλά και φυσικών προσώπων η συγκεκριμένη Θεία Λειτουργία συγκεντρώνει πολύ περισσότερο κόσμο και ιδιαίτερα νέους λόγω της τελέσεως της έξωθεν του Αγίου Βήματος, του αρχαιοπρεπούς χαρακτήρος και της ιδιαιτερότητος των ευχών. 
Ζητούμε από την Νέα Ιερά Σύνοδο να επανεξετάσει το θέμα της Θ. Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου ώστε να τελείται συχνότερα. Γνωρίζει και ο Μακαριώτατος και οι Σεβασμιώτατοι απαρτίζοντες την Ιεράν Σύνοδον Μητροπολίτες αλλά και ο απλός πιστός κόσμος την λαχτάρα προσελκύσεως της νεολαίας. Η συχνότερη τέλεση αυτής της Θ. Λειτουργίας θα είναι ένα θετικό βήμα.

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ
ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ
"ΕΥΧΑΙ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑΙ
Ὁ ῾Ιερεύς, ἱστάμενος προ τῆς ἁγίας Τραπέζης, κεκλεισμένης ἔτι τῆς ὡραίας Πύλης, λέγει μυστικῶς ταύτην τὴν εὐχήν·
Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἀγίῳ Πνεύματι, τῇ μόνῃ ἁπλῇ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, τῇ ἑνούσῃ καὶ ἁγιαζούσῃ ἡμᾶς δι᾿ ἑαυτῆς καὶ εἰρηνευούσῃ τὴν ζωὴν ἡμῶν, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Εἶτα ἐξιλεούμενος ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ θεῖον, λέγει·
ν πλήθει ἁμαρτιῶν μεμολυσμένον μὴ με ἐξουδενώσῃ, Δέσποτα Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν· ἰδοὺ γὰρ προσῆλθον τῷ θείφ τούτῳ καὶ ἐπουρανίῳ μυστηρίῳ σου οὐχ ὡς ἄξιος ὑπάρχων, ἀλλ’ εἰς τὴν σὴν ἀφορῶν ἀγαθότητα· ἀφίημί σοι τὴν φωνήν, ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ· ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἀντοφθαλμῆσαι τῇ ἱερᾷ σου ταύτῃ καὶ πνευματικῇ τραπέζῃ, ἐφ’ᾗ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐμοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ κατεστιγμένῳ πάσῃ κηλῖδι, μυστικῶς πρόκειται εἰς θυσίαν. Διὸ ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν καὶ εὐχαριστίαν προσάγω τοῦ καταπεμφθῆναί μοι τὸ Πνεῦμά σου τὸ Παράκλητον ἐνισχῦον καὶ καταρτίζον με πρὸς τὴν λειτουργίαν ταύτην καὶ τὴν παρὰ σοῦ μοι τῷ λαῷ ἐπαγγελθεῖσαν φωνὴν ἀκατακρίτως ταύτην ἀποφθέγξασθαι καταξίωσον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ σὺν τῷ παναγίῳ, ἀγαθῷ, ζωοποιῷ καὶ ὁμοουσίῳ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Εἶτα ὁ ἱερεὺς παραλαμβάνων ἐκ τῆς ἁγὶας Τραπέζης τὰς ῾Αγίας Γραφὰς καὶ δίδων αὐτάς τῷ Διακόνῳ, προπορευόμενου λαμπαδηφόρου, ἐξέρχεται τοῦ Ἱεροῦ καὶ ποιεῖται εἴσοδον πρὸς τὰς βασιλικὰς πύλας.
Εἶτα ἀνοιγομένων τῶν βασιλικῶν πυλῶν λέγει ἐκφώνως·
Ὁ ῾Ιερεύς·
Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἀγίῳ Πνεύματι, τῷ τριαδικῷ καὶ ἑνιαίῳ φωτὶ τῆς Θεότητος, τῆς ἐν Τριάδι μοναδικῶς ὑπαρχούσης καὶ διαιρούμενης ἀδιαιρέτως· Τριὰς γὰρ, εἷς Θεὸς παντοκράτωρ οὗ τὴν δόξαν οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται, ἡ δὲ γῆ τὴν αὐτοῦ δεσποτείαν, καὶ ἡ θάλασσα τὸ αὐτοῦ κράτος, καὶ πᾶσα αἰσθητὴ καὶ νοητὴ κτίσις τὴν αὐτοῦ μεγαλειότητα κηρύττει πάντοτε· ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη τε καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ ῾Ιερεὺς ἐκφώνως·
Εὐεργέτα καὶ Βασιλεῦ τῶν αἰώνων καὶ τῆς κτίσεως ἁπάσης Δημιουργέ, πρόσδεξαι προσιοῦσάν σοι διὰ τοῦ Χριστοῦ σου τὴν Ἐκκλησίαν σου, ἑκάστῳ τὸ συμφέρον ἐκπλήρωσον, ἄγαγε πάντας εἰς τελειότητα καὶ ἀξίους ἡμᾶς ἀπέργασαι τῆς χάριτος τοῦ ἁγιασμοῦ σου, ἐπισυνάγων ἡμᾶς ἐν τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ ᾿Εκκλησίᾳ, ἣν περιεποιήσω τῷ τιμίῳ αἵματι τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ
Ὁ Διάκονος, πρὸς τὸν Λαόν·Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε ἐλέησον.
Ὁ ῾Ιερεὺς λέγει ἐκφώνως τὴν εὐχὴν τοῦ θυμιάματος τῆς εἰσόδου·
Ὁ Θεός, ὁ προσδεξάμενος ῎Αβελ τὰ δῶρα, Νῶε καὶ ᾿Αβραὰμ τὴν θυσίαν, ᾿Ααρὼν καὶ Ζαχαρίου τὸ θυμίαμα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ χειρὸς ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸ θυμίαμα τοῦτο εἰς ὀσμὴν εὐωδίας καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ Σου- ὅτι εὐλογημένος ὑπάρχεις καὶ πρέπει Σοι ἡ δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ Διάκονος· Ὀρθοί.
Εἶτα ὁ ἱερεὺς θυμιᾷ καὶ ποιεῖται εἴσοδον, ψάλλων μετὰ τοῦ Διακόνου καὶ τοῦ λαοῦ τὸ Τροπάριον:
Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας, σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτῳ θάνατον πατήσας· εἷς ὢν τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρί καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς.
Οἱ εἰσοδεύοντες, φθάσαντες εἰς τὸ μέσον τοῦ ναοῦ, ἔνθα εὕρηται Ἄμβων, ἀποτιθέασιν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς ἁγίας Γραφὰς καὶ χωροῦσι πρὸς τό ἅγιον Βῆμα, πρὸ δὲ τῆς ὡραίας Πύλης ἱστάμενος λέγει ἐκφώνως τὴν ἑξῆς εὐχήν:
Ὁ Θεὸς, ὁ παντοκράτωρ, ὁ μεγαλώνυμος Κύριος, ὁ δοὺς ἡμῖν εἴσοδον εἰς τὰ ῞Αγια τῶν ῾Αγίων διὰ τῆς ἐπιδημίας τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἱκετεύομεν καὶ παρακαλοῦμεν τὴν σὴν ἀγαθότητα· ἐπειδὴ ἔμφοβοι καὶ ἔντρομοί ἐσμεν μέλλοντες παρεστάναι τῷ ἁγίῳ σου Θυσιαστηρίῳ, ἐξαπόστειλον ἐφ’ ἡμᾶς ὁ Θεὸς τὴν χάριν σου τὴν ἀγαθὴν καὶ ἁγίασον τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα καὶ ἀλλοίωσον τὰ φρονήματα ἡμῶν πρὸς εὐσέβειαν, ἵνα ἐν καθαρῷ συνειδότι προσφέρωμέν σοι δῶρα, δόματα, καρπώματα εἰς ἀθέτησιν τῶν ἡμετέρων πλημμελημάτων καὶ εἰς ἱλασμὸν παντὸς τοῦ λαοῦ σου· χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός: ᾿Αμήν.
ΤΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟΝ
Εἶτα λέγει, ἐστραμμένος προς τόν λαόν, ὁ Διάκονος·
Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός μεθ᾿ ἑκάστην αἴτησιν τοῦ Διακόνου ψάλλει· Κύριε ἐλέησον.
Ὁ Διάκονος·
῾Υπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ Θεοῦ φιλανθρωπίας καὶ σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ἑνώσεως πασῶν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησιῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ σωτηρίας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ ἁγιωτάτου Πατρὸς καὶ ᾿Αρχιεπισκόπου ἡμῶν (τούδε), παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ συγχωρήσεως τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν καὶ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης καὶ ἐπαναστάσεως ἐχθρῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερενδόξου, εὐλογημένης δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ ἐνδόξου προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, τῶν θείων καὶ πανευφήμων ᾿Αποστόλων, ἐνδόξων Προφητῶν καὶ ἀθλοφόρων μαρτύρων καὶ πάντων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων μνημονεύσωμεν, ὅπως εὐχαῖς αὐτῶν καὶ πρεσβείαις οἱ πάντες ἐλεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε ἐλέησον.
Ὁ Ἱερεύς·
Οἰκτίρμον καὶ ἐλεήμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε καὶ ἀληθινὲ Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου καὶ ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν σῶν ἱκετῶν καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς πειρασμοῦ, διαβολικοῦ τε καὶ ἀνθρωπίνου, καὶ μη ἀποστήσῃς ἀφ’ ἡμῶν τὴν σὴν βοὴθειαν, μηδὲ βαρυτέρας τῆς ἡμετέρας δυνάμεως παιδείας ἐπαγάγῃς ἡμῖν· ἡμεῖς γὰρ οὐχὶ ἱκανοὶ πρὸς τὸ νικᾶν τὰ ἀντιπίπτοντα, σὺ δὲ δυνατὸς εἶ, Κύριε, εἰς τὸ σῴζειν ἐκ πάντων τῶν ἐναντιωμάτων. Σῶσον ἡμᾶς, ὁ Θεός, ἐκ τῶν δυσχερῶν τοῦ κόσμου τούτου κατὰ τὴν χρηστότητά σου, ὅπως, εἰσελθόντες ἐν καθαρᾷ συνειδήσει πρὸς τὸ ἅγιόν σου θυσιαστήριον, τὸν μακάριον καὶ τρισάγιον ὕμνον σὺν ταῖς ἐπουρανίαις Δυνάμεσιν ἀκατακρίτως ἀναπέμπομέν σοι καί, τὴν εὐάρεστόν σοι καὶ θείαν ἐπιτελέσαντες λειτουργίαν, καταξιωθῶμεν τῆς αἰωνίου ζωῆς.
῞Οτι ἅγιος εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ ἐν ἁγίοις κατοικεῖς καὶ ἐπαναπαύει καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ τὸν τρισάγιον ὕμνον ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· Ἀμήν.
γιος ό ΘεόςἍγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (3 φορές)
Δόξα Πατρί, καὶ Υἱῷ, καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.
Καὶ νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἁγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς.
ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
Ὁ ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
Ὁ ᾿Αναγνώστης, ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἀναγινώσκει τὴν Προφητείαν ·

Τὸ ᾿Ανάγνωσμα

Ὁ Ψάλτης· Προκείμενον· ῏Ηχος (τάδε)
Ὁ ᾿Αναγνώστης ἀναγινώσκει τὸν Ἀπόστολον, ἱστάμενος παρὰ τὸν ἄμβωνα.
Τὸ ᾿Ανάγνωσμα

Λέγει δὲ μυστικῶς ὁ ῾Ιερεύς τὴν εὐχὴν τοῦ θυμιάματος·
Σοὶ τῷ πεπληρωμένῳ πάσης εὐωδίας, καὶ εὐφροσύνης, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ ὧν δέδωκας ἡμῖν, προσφέρομέν σοι τὸ θυμίαμα τοῦτο· ἀναληφθήτω δὴ δεόμεθα ἐνώπιόν σου ἐκ πενιχρῶν ἡμῶν χειρῶν εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιόν σου Θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας, εἰς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν καὶ εἰς ἱλασμὸν τοῦ λαοῦ σου· χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μέθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Μετά τήν συμπλήρωσιν τοῦ ᾿Αποστόλου, θυμιᾷ ὁ Διάκονος.
Ὁ Λαός· ᾿Αλληλούϊα (τρίς).
[Στίχοι & αλληλουηάριον]
Ὁ Διάκονος· Εἴπωμεν πάντες, Κύριε ἐλέησον.
Ὁ λαός, μεθ᾿ ἑκάστην αἴτησιν· Κύριε ἐλέησον.
Ὁ Διάκονος·
Κύριε παντοκράτορ, ἐπουράνιε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, δεόμεθά σου ἐπάκουσον.
῾Υπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ἑνώσεως πασῶν τῶν ἁγίων σου ᾿Εκκλησιῶν δεόμεθα.
῾Υπὲρ σωτηρίας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ ἁγιωτάτου Πατρὸς καὶ ᾿Αρχιεπισκόπου ἡμῶν (τούδε), παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ δεόμεθα.
῾Υπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, αἰχμαλωσίας, πικροῦ θανάτου, καὶ τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν δεόμεθα.
Καὶ ὑπὲρ τοῦ περιεστῶτος λαοῦ καὶ ἀπεκδεχομένου τὸ παρὰ σοῦ πλούσιον καὶ μέγα ἔλεος ἱκετεύομέν σε, σπλαγχνίσθητι καὶ ἐλέησον.
Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου.
Ἐπίσκεψαι τὸν κόσμον σου ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς.
῞Υψωσον κέρας χριστιανῶν, τῇ δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, τῇ πρεσβείᾳ τῆς πανάγνου εὐλογημένης δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τοῦ Προδρόμου, καὶ τῶν ᾿Αποστόλων σου καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου, ἱκετεύομέν σε, πολυέλεε Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν δεομένων σου καὶ ἐλέησον.
Ὁ Λαός· Κύριε ἐλέησον (τρίς).
Ὁ ῾Ιερεύς λέγει τὴν εὐχὴν πρὸ τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου·
Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Κύριε, τὸ τῆς γνώσεως ἀκήρατον φῶς, καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμοὺς εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων σου κατανόησιν· ἔνθες ἡμῖν καὶ τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα, τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες.
Ὁ Λαός· Κύριε ἐλέησον. 
Ἐκφώνως·
Σὺ γὰρ εἶ ὁ εὐαγγελισμὸς καὶ φωτισμός, σωτὴρ καὶ φύλαξ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, ὁ Θεός, καὶ ὁ μονογενής σου Υἱός, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ πανάγιον, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· Ἀμήν.
Ὁ Διάκονος· Ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου.
Ὁ ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου.
Ὁ Διάκονος· Πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναγνώσει.
Καὶ ἀναγινώσκει ἀμέσως ὁ Διάκονος τὸ Εὐαγγέλιον.
Ἐκ τοῦ κατὰ ______ ἁγίου Εὐαγγελίου τό ἀνάγνωσμα.

Τὸ Εὐαγγέλιον
Ὁ Λαός· Δόξα σοι, Κύριε.
Μεθ’ οὗ ὁ ῾Ιερεὺς κηρύσσει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ναοῦ ἄμβωνος, εἶτα δὲ, πάντοτε προς τόν λαόν στρεφόμενος
Ὁ Διάκονος·
Σχολάσωμεν ἐκτενῶς. Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαόςμεθ᾿ ἑκάστην αἴτησιν· Κύριε ἐλέησον
Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας καὶ σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ἑνώσεως πασῶν τῶν ἁγίων σου ᾿Εκκλησιών δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ σωτηρίας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ ἁγιωτάτου Πατρὸς καὶ ᾿Αρχιεπισκόπου ἡμῶν (τούδε), παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ, του Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπέρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ συγχωρήσεως πλημμελημάτων ἡμῶν, καὶ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, ἐπαναστάσεως ἐχθρῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.Τὴν ἡμέραν πάσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον, παρὰ τοῦ Κυρίου, αἰτησώμεθα.
῾Ο Λαός· Παράσχου, Κύριε.
῎Αγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὑγείᾳ ἐκτελέσαι, παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα.
Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ ἐνδόξου προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ· τῶν θείων καί πανευφήμων ᾿Αποστόλων, ἐνδόξων προφητῶν, ἀθλοφόρων καὶ μαρτύρων, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τῆν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Ὁ Λαός· Σοί, Κύριε.
Ὁ῾Ιερεύς την μετά του Ευαγγελίου ευχήν·
Ὁ ἐνηχήσας ἡμᾶς Θεὸς τὰ θεῖά σου καὶ σωτήρια λόγια, φώτισον τὰς ψυχὰς ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς τὴν τῶν προαναγνωσθέντων κατάληψιν, ὡς μὴ μόνονἀκροατὰς ὀφθῆναι τῶν πνευματικῶν ῥημάτων, ἀλλὰ καὶ ποιητὰς πράξεων ἀγαθῶν, πίστιν μετερχομένους ἀνύπουλον, βίον ἄμεμπτον, πολιτείαν ἀνέγκλητον, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος σὺν τῷ παναγίῳ και ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· Ἀμήν.
Ὁ Ἱερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου.
Ὁ Ἱερεύς· Τάς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
Ὁ Λαός· Σοί, Κύριε.
Ὁ ῾Ιερεύς·
Δέσποτα ζωοποιὲ καὶ ἀγαθῶν χορηγέ, ὁ δοὺς τοῖς ἀνθρώποις τὴν μακαρίαν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καταξίωσον ἡμᾶς, ἀγαθέ, ἐν ἁγιασμῷ καὶ ταύτην σοι τὴν θείαν ἐπιτελέσαι λειτουργίαν, εἰς ἀπόλαυσιν τῆς μελλούσης μακαριότητος.
Ἐκφώνως·
῞Οπως ὑπὸ τοῦ κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι καὶ εἰς φῶς ἀληθείας ὁδηγούμενοι, σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν ἀναπέμπωμεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· Ἀμήν.
ΑΠΟΛΥΣΙΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΩΝ
Ὁ Διάκονος·
Μὴ τις τῶν κατηχουμένων, μὴ τις τῶν ἀμυήτων, μὴ τις τῶν μὴ δυναμένων ἡμῖν συνδεηθῆναι. ᾿Αλλήλους ἐπίγνωτε· τὰς θύρας· ὀρθοὶ πάντες.
ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ
Ὁ Διάκονος· Ἐν εἰρήνῃ Χριστοῦ ψάλωμεν.
Ὁ Λαός· Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου καὶ τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω· ὁ γὰρ Βασιλευς τῶν βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, προσέρχεται σφαγιασθῆναι, καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς· προηγοῦνται δὲ τούτου, οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, μετὰ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, τὰς ὄψεις καλύπτοντα, καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.
῾Ο ῾Ιερεύς, μετὰ τοῦ Διακόνου, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψαλμωδίας τοῦ ὕμνου, σιωπῶντες πραγματοποιούσι την μεγάλην είσοδον. Εἶτα λέγει ἐκφώνως τὴν εὐχὴν τῆς προθέσεως·
Ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν οὐράνιον ῎Αρτον, τὴν τροφὴν τοῦ παντὸς κόσμου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐξαποστείλας Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴν καὶ Εὐεργέτην, εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς, αὐτὸς εὐλόγησον τὴν Πρόθεσιν ταύτην καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς τὸ ὑπερουράνιόν σου Θυσιαστήριον· μνημόνευσον ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος τῶν προσενεγκάντων καὶ δι’ οὓς προσήνεγκαν, καὶ ἡμᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου μυστηρίων. ῞Οτι ἡγίασται και δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἐναποθέσας τὰ τίμια δῶρα ἐπὶ τῆς ἁγίας τραπέζης, θυμιᾷ αὐτά, λέγων τήν εὐχήν μυστικῶς·
Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεῦ τῆς δόξης, ὁ Θεός, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν, αὐτὸς πάρεσο ἡμῖν ἐν τῇ ἁγίᾳ ὥρᾳ ταύτῃ ἐπικαλουμένοις σε καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ αἰσχύνης παραπτωμάτων· κάθαρον ἡμῶν τὸν νοῦν καὶ τὰ φρονήματα ἀπὸ μιαρῶν ἐπιθυμιῶν καὶ κοσμικῆς ἀπάτης καὶ πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας καὶ πρόσδεξαι ἐκ χειρὸς ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸ θυμίαμα τοῦτο, ὡς προσεδέξω τὴν προσφορὰν ῎Αβελ καὶ Νῶε καὶ ᾿Ααρὼν καὶ Σαμουὴλ καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου, ῥυόμενος ἡμᾶς ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος καὶ σῴζων εἰς τὸ πάντοτε εὐαρεστεῖν καὶ προσκυνεῖν καὶ δοξάζειν σε τὸν Πατέρα καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ πανάγιον, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εὶς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ Διάκονος· Ἐν σοφίᾳ Θεοῦ πρόσχωμεν.
Ὁ Λαός· Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.
Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Φῶς ἐκ Φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.
Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἕν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν, καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.
Ὁ Διάκονος· Στῶμεν καλῶς. Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε ἐλέησον.
Ὁ ῾Ιερεύς (μυστικῶς)·
Ὁ πάντων Θεὸς καὶ Δεσπότης ἀξίους ἡμᾶς ἀπέργασαι τῆς ὥρας ταύτης τοὺς ἀναξίους, φιλάνθρωπε· ἵνα καθαρεύοντες ἀπὸ παντὸς δόλου καὶ πάσης ὑποκρίσεως ἑνωθῶμεν ἀλλήλοις, τῷ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης συνδέσμῳ, βεβαιούμενοι τῷ τῆς σῆς θεογνωσίας ἁγιασμῷ διὰ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἐκφώνως·
῞Ότι Θεὸς ἐλέους, ἀγάπης, οἰκτιρμῶν καὶ φιλανθρωπίας ὑπάρχεις καὶ ὁ μονογενὴς σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ πανάγιον, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου.
Ὁ Διάκονος·
Ἀσπασώμεθα ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ.
Καὶ μετὰ τὸ δοθῆναι τὸν ἀσπασμόν.
Τὰς κεφάλας ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
Ὁ Λαός· Σοί, Κύριε.
Ὁ ῾Ιερεύς κλίνων ἐπιλέγει μυστικῶς·
Ὁ μόνος Κύριος καὶ ἐλεήμων Θεός, τοῖς κλίνουσι τοὺς ἑαυτῶν αὐχένας ἐνώπιον τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου καὶ ἐπιζητοῦσι τὰς παρὰ σοῦ πνευματικὰς δωρεὰς ἐξαπόστειλον τὴν χάριν σου τὴν ἀγαθὴν και εὐλόγησον πάντας ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ καὶ ἀναφαιρέτῳ, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν. ῞Οτι αἰνετὸν καὶ προσκυνητὸν καὶ ὑπερένδοξον ὑπάρχει τὸ πανάγιον ὄνομά σου τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ᾿Αμήν.
Ὁ Διάκονος, πρὸς τὸν ῾Ιερέα· Κύριε, εὐλόγησον.
Ὁ Ἱερεύς·
Ὁ Κύριος εὐλογήσαι πάντας ἡμᾶς καὶ συνδιακονήσαι ἡμῖν καὶ ἀξίους ποιήσαι τῆς παραστάσεως τοῦ ἁγίου αὐτοῦ θυσιαστηρίου καὶ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἁγίου αὐτοῦ Πνεύματος, τῇ αὐτοῦ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Καὶ κλίνας ἔνθεν καὶ ἔνθεν λέγει ἐκφώνως καί ἐμμελῶς·
Μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό.
Καὶ ὁ Λαὸς ἀποκρίνεται ἐμμελῶς·
Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι.
Εἶτα λέγουσιν οἱ συλλειτουργοὶ ἢ μόνος ὁ διάκονος·
Μνησθείη ἡμῶν Κύριος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Διάκονος·
Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαόςμεθ᾿ ἑκάστην αἴτησιν· Κύριε ἐλέησον.
Σῶσον ἐλέησον, οἰκτείρησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
῾Υπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ Θεοῦ φιλανθρωπίας καὶ σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ἑνώσεως πασῶν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησιῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῆς ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας, τῆς ἀπὸ γῆς περάτων μέχρι τῶν περάτων αὐτῆς τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ σωτηρίας καὶ ἀντιλήψεως τοῦ ἁγιωτάτου ἡμῶν Πατρὸς καὶ ᾿Αρχιεπισκόπου Γρηγορίου, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Υπέρ των ευσεβεστάτων και θεοστέπτων Βασιλέων, πάντος του παλατίου και του στρατοπέδου αυτών, και της ουρανόθεν βοηθείας και νίκης αυτών, του Κυρίου δεηθώμεν.
῾Υπὲρ τῆς αγίας του Θεού ημών πόλεως, της Βασιλευούσης, πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν ἐν ὀρθοδόξῳ πίστει καὶ εὐλαβείᾳ Θεοῦ οἰκούντων ἐν αὐταῖς, εἰρήνης καὶ ἀσφαλείας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῶν καρποφορούντων καὶ καλλιεργούντων ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαις καὶ μεμνημένων τῶν πενήτων, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, ξένων καὶ ἐπιδεομένων καὶ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν, ὥστε τοῦ μνημονεύειν αὐτῶν ἐν ταῖς προσευχαῖς, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῶν ἐν γήρᾳ καὶ ἀδυναμίᾳ ὄντων, νοσούντων, καμνόντων, τῶν ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐνοχλουμένων, καὶ τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ταχείας ἰάσεως καὶ σωτηρίας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῶν ἐν παρθενίᾳ καὶ ἁγνείᾳ καὶ ἀσκήσει καὶ ἐν σεμνῷ γάμῳ διαγόντων καὶ τῶν ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς ἁγωνιζομένων ὁσίων πατέρων τε καὶ ἀδελφῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, ξενιτευόντων χριστιανῶν καὶ τῶν ἐν αἰχμαλωσίαις καὶ ἐξορίαις καὶ ἐν φυλακαῖς καὶ ἐν πονηραῖς δουλείαις ὄντων ἀδελφῶν ἡμῶν, εἰρηνικῆς ἐπανόδου ἑκάστου εἰς τὰ οἰκεῖα μετὰ χαρᾶς, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τῶν παρόντων καὶ συνευχομένων ἡμῖν ἐν ταύτῃ τῇ ἁγίᾳ ὥρᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ πατέρων τε καὶ ἀδελφῶν σπουδῆς, καμάτου καὶ προθυμίας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς χριστιανῆς θλιβομένης καὶ καταπονουμένης ἐλέους καὶ βοηθείας Θεοῦ ἐπιδεομένης, καὶ ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ὑγείας τῶν ἀσθενούντων, ἀναρρύσεως τῶν αἰχμαλώτων, ἀναπαύσεως τῶν προκεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ συγχωρήσεως πλημμελημάτων ἡμῶν καὶ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, ἐπαναστάσεως ἐθνῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ἐκτενέστερον ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, ὄμβρων εἰρηνικῶν, δρόσων ἀγαθῶν, καρπῶν εὐφορίας, τελείας εὐετηρίας καὶ ὑπὲρ τοῦ στεφάνου τοῦ ἐνιαυτοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Υπὲρ τοῦ εἰσακουσθῆναι καὶ εὐπρόσδεκτον γενέσθαι τὴν δέησιν ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ καταπεμφθῆναι ἡμῖν πλούσια τὰ ἐλέη καὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτοῦ.
Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερενδόξου, εὐλογημένης δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν ἁγίων καὶ μακαρίων ᾿Ιωάννου τοῦ ἐνδόξου προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ, Στεφάνου τοῦ πρωτοδιακόνου και πρωτομάρτυρος, Μωϋσέως, ᾿Ααρών, Ἠλιού, Ἐλισσαίου, Σαμουήλ, Δαυΐδ, Δανιήλ, τῶν προφητῶν, καὶ πάντων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων μνημονεύσωμεν, ὅπως εὐχαῖς καὶ πρεσβείαις αὐτῶν οί πάντες ἐλεηθῶμεν.
Καὶ ὑπὲρ τῶν προκειμένων τιμίων καὶ ἐπουρανίων, ἀρρήτων, ἀχράντων, ἐνδόξων, φοβερῶν, φρικτῶν, θείων δώρων καὶ σωτηρίας τοῦ παρεστῶτος καὶ προσφέροντος αὐτὰ τιμίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ἀρχιερέως (ἢ ῾Ιερέως), Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν ἱκετεύομεν.
Ὁ λαός· Κύριε ἐλέησον (τρίς).
᾿Εν τῷ λέγειν τὸν Διάκονον τὴν ἀνωτέρω καθολικὴν ἐκτενῆ, κλίνων καθ’ ἑαυτὸν λέγει τὰς ἑξῆς εὐχάς·
Ὁ Ἱερεύς·
Ὁ ἐπισκεψάμενος ἡμᾶς ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς, Δέσποτα Κύριε, καὶ χαρισάμενος παρρησίαν ἡμῖν τοῖς ταπεινοῖς καὶ ἁμαρτωλοῖς καὶ ἀναξίοις δούλοις σου παραστῆναι τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ καὶ προσφέρειν σοι τὴν φοβερὰν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων, ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμὲ τὸν ἀχρεῖον δοῦλόν σου, καὶ ἐξάλειψόν μου τὰ παραπτώματα διὰ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ καθάρισόν μου τὰ χείλη καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκός τε καὶ πνεύματος καὶ ἀπόστησον ἀπ’ ἐμοῦ πάντα λογισμὸν αἰσχρόν τε καὶ ἀσύνετον, καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ παναγίου σου Πνεύματος εἰς τὴν λειτουργίαν ταύτην καὶ πρόσδεξαί με διὰ τὴν σὴν ἀγαθότητα προσεγγίζοντα τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ καὶ εὐδόκησον, Κύριε, δεκτὰ γενέσθαι τὰ προσαγόμενά σου δῶρα ταῦτα διὰ τών ἡμετέρων χειρῶν, συγκαταβαίνων ταῖς ἐμαῖς ἀσθενείαις καὶ μὴ ἀπόρριψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, μηδὲ βλεδύξῃ τὴν ἐμὴν ἀναξιότητα, ἀλλ’ ἐλέησόν με, ὁ Θεός, καὶ κατὰ τὸ πλήθος τῶν οἰκτιρμῶν σου παρένεγκε τὰ ἀνομήματά μου, ἵνα ἀκατακρίτως προσελθὼν κατενώπιον τῆς δόξης σου καταξιωθῶ τῆς σκέπης τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ καὶ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ παναγίου σου Πνεύματος καὶ μὴ, ὡς δοῦλος ἁμαρτίας, ἀποδόκιμος γένωμαι, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλος σὸς εὕρω χάριν καὶ ἔλεος καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. Ναί, Δέσποτα παντοκράτορ, παντοδύναμε Κύριε, εἰσάκουσον τῆς δεήσεώς μου· Σὺ γὰρ εἶ ὁ τὰ πάντα ἐνεργῶν ἐν πᾶσι καὶ τῆν παρὰ σοῦ πάντες ἐπιζητοῦμεν ἐπὶ πᾶσι βοήθειαν τε και ἀντίληψιν καὶ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ καὶ τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Θεός, ὁ διὰ πολλὴν καὶ ἄφατον φιλανθρωπίαν ἐξαποστείλας τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν εἰς τὸν κόσμον, ἵνα τὸ πεπλανημένον ἐπαναστρέψῃ πρόβατον, μὴ ἀποστραφῇς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐγχειροῦντάς σοι τὴν φοβερὰν ταύτην και ἀναίμακτον θυσίαν· οὐ γὰρ ἐπὶ ταῖς δικαιοσύναις ἡμῶν πεποιθότες ἐσμέν, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου τῷ ἀγαθῷ, δι᾿ οὗ τὸ γένος ἡμῶν περιποιῇ. Καὶ νῦν ἱκετεύομεν καὶ παρακαλοῦμεν τὴν σὴν ἀγαθότητα, ἵνα μὴ γένηται εἰς κατάκριμα τῷ λαῷ σου τὸ οἰκονομηθὲν ἡμῖν τοῦτο πρὸς σωτηρίαν μυστήριον, ἀλλ᾿ εἰς ἐξάλειψιν ἁμαρτιῶν, εἰς ἀνανέωσιν ψυχῶν καὶ σωμάτων, εἰς εὐαρέστησιν σοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ κτίσας ἡμᾶς καὶ ἀγαγών εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, ὁ ὑποδείξας ὁδοὺς εἰς σωτηρίαν, ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἀποκαλύψεις, σὺ εἶ ὁ θέμενος ἡμᾶς εἰς τὴν διάκονίαν ταύτην ἐν τῇ δυνάμει τοῦ παναγίου σου Πνεύματος· εὐδόκησον, Δέσποτα, γενέσθαι ἡμᾶς διακόνους τῆς καινῆς σου διαθήκης, λειτουργοὺς τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων καὶ πρόσδεξαι ἡμᾶς προσεγγίζοντας τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ κατὰ τὸ πλήθος τοῦ ἐλέους σου, ἵνα γενώμεθα ἄξιοι τοῦ προσφέρειν σοι δῶρα τε καὶ θυσίας ὑπέρ τε ἑαυτῶν καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων καὶ δὸς ἡμῖν, Κύριε, μετὰ παντὸς φόβου καὶ συνειδήσεως καθαρᾶς προσκομίσαι σοι τὴν πνευματικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν, ἣν προσδεξάμενος εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιόν σου καὶ νοερὸν θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας ἀντικατάπεμψον ἡμῖν τὴν χάριν τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ναί, ὁ Θεός, ἐπίβλεψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἔπιδε τήν λογικὴν ταύτην λατρείαν ἡμῶν, καὶ πρόσδεξαι αὐτήν, ὡς προσεδέξω ῎Αβελ τὰ δῶρα, Νώε τὰς θυσίας, ᾿Αβραὰμ τὰς ὁλοκαρπώσεις, Μωσέως καὶ ᾿Ααρὼν τὰςἱερωσύνας, Σαμουὴλ τὰς εἰρηνικός, Δαβῒδ τὴν μετάνοιαν, Ζαχαρίου τὸ θυμίαμα· ὡς προσεδέξω ἐκ χειρὸς τῶν ἁγίων σου ᾿Αποστόλων τὴν ἀληθινὴν ταύτην λατρείαν, οὕτω πρόσδεξαι και έκ χειρός ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τά προκείμενα δῶρα ταῦτα ἐν χρηστότητί σου καὶ δὸς γενέσθαι τὴν προσφορὰν ἡμῶν εὐπρόσδεκτον, ἡγιασμένην ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, εἰς ἐξίλασμα τῶν ἡμετέρων πλημμελημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων καὶ εἰς ἀνάπαυσιν τῶν προκοιμηθεισῶν ψυχῶν, ἵνα καὶ ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι δοῦλοί Σου καταξιωθέντες ἀδόλως λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, λάβωμεν τὸν μισθὸν τῶν πιστῶν και φρονίμων οἰκονόμων, καὶ εὕρωμεν χάριν καὶ ἔλεον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ φοβερᾷ τῆς ἀνταποδόσεώς σου τῆς δικαίας καὶ ἀγαθῆς.
Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑΤΟΣ
Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅτι ἔδωκας ἡμῖν παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ἁγίων, ἣν ἐνεκαίνισας ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος τῆς σαρκὸς τοῦ Χριστοῦ σου. Καταξιωθέντες οὖν εἰσελθεῖν εἰς τόπον σκηνώματος δόξης σου, ἔσω τε γενέσθαι τοῦ καταπετάσματος, καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων κατοπτεῦσαι, προσπίπτομεν τῇ ἀγαθότητί σου, Δέσποτα, ἐλεῆσαι ἡμᾶς· ἐπειδὴ ἔμφοβοι καὶ ἔντρομοί ἐσμεν μέλλοντες παρίστασθαι τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ καὶ τὰ περικείμενα τῇ ἱερᾷ ταύτῃ τελετῇ συμβολικῶς ἁμφιάσματα τῶν αἰνιγμάτων ἀνακαλύψας, τηλαυγῶς ἡμῖν ἀνάδειξον, καὶ τὰς νοερὰς ἡμῶν ὄψεις τοῦ ἀπεριλήπτου σου φωτὸς ἀποπλήρωσον, καὶ καθάρας τὴν πτωχείαν ἡμῶν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἀξίαν ἀπέργασθαι τῆς φοβερᾶς ταύτης καὶ φρικτῆς παραστάσεως, ὅτι ὑπερεύσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων Θεὸς ὑπάρχεις καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 (ἐκφώνως)
Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζοωποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· Ἀμήν.
Η ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
Ὁ ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου.
 Ὁ Διάκονος·
Στῶμεν καλῶς· στῶμεν εὐλαβῶς· στῶμεν μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ κατανύξεως· πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορᾷ ἐν εἰρήνῃ τῷ Θεῷ.
Ὁ Λαός· ῎Ελεος, εἰρήνην, θυσίαν αἰνέσεως.
Ὁ ῾Ιερεύς·  ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ δωρεὰ τοῦ παναγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ἡμῶν.
Ὁ Λαός· Καὶ μετὰ τοῦ Πνεύματός σου.
Ὁ ῾Ιερεύς· Ἄνω σχῶμεν τὸν νοῦν καὶ τὰς καρδίας.
Ὁ Λαός· ῎Εχομεν πρὸς τὸν Κύριον.
Ὁ ῾Ιερεύς· Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ.
Ὁ Λαός· ῎Αξιον καὶ δίκαιον.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἐπικλινόμενος·
Ὡς ἀληθῶς ἄξιόν ἐστι καὶ δίκαιον, πρέπον τε καί ὀφειλόμενον, σὲ αἰνεῖν, σὲ ὑμνεῖν, σὲ προσκυνεῖν, σὲ δοξολογεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, τῷ πάσης κτίσεως ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου δημιουργῷ, τῷ θησαυρῷ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, τῇ πηγῇ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, τῷ πάντων Θεῷ καὶ Δεσπότῃ· Ὅν ὑμνοῦσιν οἱ οὐρανοὶ καὶ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν καὶ πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτῶν, ἥλιος τε καὶ σελήνη καὶ πᾶς ὁ τῶν ἄστρων χορός, γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· ῾Ιερουσαλὴμ ἡ ἐπουράνιος πανήγυρις ἐκλεκτῶν, ἐκκλησία πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς· πνεύματι δικαίων καὶ προφητῶν· ψυχαὶ μαρτύρων καὶ ἀποστόλων· ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, θρόνοι, κυριότητες, ἀρχαί τε καί ἐξουσίαι καὶ δυνάμεις φοβεραί, χερουβὶμ τὰ πολυόμματα καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα σεραφίμ, ἃ ταῖς μὲν δυσὶ πτέρυξι κατακαλύπτει τὰ πρόσωπα ἑαυτῶν, ταῖς δυσὶ τοὺς πόδας, καὶ ταῖς δυσὶν ἱπτάμενα κέκραγεν ἕτερον πρὸς τὸ ἕτερον ἀκαταπαύστοιςστόμασιν, ἀσιγήτοις δοξολογίαις.
(ἐκφώνως)·
Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον τῆς μεγαλόπρεπους σου δόξης, λαμπρᾷ τῇ φωνῇ ᾄδοντα, βοῶντα, δοξολογοῦντα, κεκραγότα καὶ λέγοντα·
Ὁ Λαός· ῞Αγιος, Ἅγιος, ῞Αγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἱστάμενος σφραγίζει τὰ δῶρα, λέγων ·
Ἅγιος εἶ, Βασιλεῦ τῶν αἰῶνων, καὶ πάσης ἁγιωσύνης Κύριος καὶ δοτήρ· ἄγιος καὶ ὁ μονογενὴς σου Υἱός, ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐποίησας· ἅγιον δὲ καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ πανάγιον, τὸ ἐρευνῶν τὰ πάντα καὶ τὰ βάθη σου, τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. ῞Αγιος εἶ, παντοδύναμε, φοβερέ, ἀγαθέ, εὔσπλαγχνε, ὁ συμπαθὴς μάλιστα περὶ τὸ πλάσμα τὸ σόν. Ὁ ποιήσας ἀπὸ γῆς ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν καὶ χαρισάμενος αὐτῷ τὴν τοῦ παραδείσου ἀπόλαυσιν παραβάντα δὲ τὴν ἐντολήν σου καὶ ἐκπεσόντα, τοῦτον οὐ παρεῖδες, οὐδὲ ἐγκατέλιπες, ἀγαθέ, ἀλλ᾿ ἐπαίδευσας αὐτὸν ὡς εὔσπλαγχνος πατήρ, ἐκάλεσας αὐτὸν διὰ νόμου, ἐπαιδαγώγησας αὐτὸν διὰ τῶν Προφητῶν, ὕστερον δὲ αὐτὸν τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐξαπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, ἵνα αὐτὸς ἐλθὼν τὴν σὴν ἀνανέωσῃ καὶ ἀνεγείρῃ εἰκόνα· ὃς κατελθὼν ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθεὶς ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἁγίας ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου, συναναστραφείς τε τοῖς ἀνθρώποις, πάντα ᾠκονόμησε πρὸς σωτηρίαν τοῦ γένους ἡμῶν. Μέλλων δὲ τὸν ἑκούσιον καὶ ζωοποιὸν διὰ σταυροῦ θάνατον ὁ ἀναμάρτητος ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καταδέχεσθαι, ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο, μάλλον δ᾿ ἑαυτὸν παρεδίδου, ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας.
Ὁ ῾Ιερεὺς τῇ χειρὶ τὸν ἅγιον ἄρτον κατασχὼν καὶ σφραγίσας λέγει·
Λαβὼν ἄρτον ἐπὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων καὶ ἀθανάτων αὐτοῦ χειρῶν, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἀναδείξας σοὶ τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, εὐχαριστήσας, εὐλογήσας, ἁγιάσας, κλάσας, μετέδωκε τοῖς ἁγίοις καὶ μακαρίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις εἰπών·
(ἐκφώνως)·
Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον καὶ διαδιδόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ ῾Ιερεύς ἀποθέσας τὸν ἅγιον ἄρτον καὶ τὸ ποτήριον ἀνὰ χεῖρας λαβὼν λέγει·
῾Ωσαύτως μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λαβὼν ποτήριον καὶ κεράσας ἐξ οἴνου καὶ ὕδατος, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἀναδείξας σοὶ τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ εὐχαριστήσας, εὐλογήσας, ἁγιάσας, πλήσας Πνεύματος ἁγίου, μετέδωκε τοῖς ἁγίοις καὶ μακαρίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ᾿Αποστόλοις εἰπών·
(ἐκφώνως)·
Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό μού ἐστι τὸ αἷμα, τὸ τής καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον καὶ διαδιδόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ ῾Ιερεύς·Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν· ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνετε, τὸν θάνατον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καταγγέλλετε καὶ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁμολογεῖτε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.
Ὁ Διάκονος· Πιστεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν.
Ὁ Λαός· Τὸν θάνατον σου, Κύριε, καταγγέλλομεν καὶ τὴν ἀνάστασίν σου ὁμολογοῦμεν.
Ὁ ῾Ιερεύς, σφραγίζων καὶ κλίνων λέγει·
Μεμνημένοι οὖν καὶ ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ τῶν ζωοποιῶν αὐτοῦ παθημάτων, τοῦ σωτηρίου σταυροῦ, καὶ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ταφῆς, καὶ τῆς τριημέρου ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνόδου, καὶ τῆς ἐκ δεξιῶν σου τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καθέδρας, καὶ τῆς δευτέρας ἐνδόξου φοβερᾶς αὐτοῦ παρουσίας, ὅταν ἔλθῃ μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, ὅταν μέλλῃ ἑκάστῳ ἀποδιδόναι κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Φεῖσαι ἡμῶν Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν (3) ·μᾶλλον δὲ κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν αὐτοῦ, προσφέρομέν σοι, Δέσποτα, τὴν φοβερὰν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν, δεόμενοι, ἵνα μὴ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν μηδὲ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἀνταποδώσῃς ἡμῖν, ἀλλὰ κατὰ τὴν σὴν ἐπιείκειαν καὶ ἄφατόν σου φιλανθρωπίαν ὑπερβὰς καὶ ἐξαλείψας τὸ καθ’ ἡμῶν χειρόγραφον τῶν σῶν ἱκετῶν, χαρίσῃ ἡμῖν τὰ οὐράνια καὶ τὰ αἰώνιά σου δωρήματα, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασας, ὁ Θεός, τοῖς ἀγαπῶσί σε, καὶ μὴ διὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας ἀθετήσῃς τὸν λαόν σου, φιλάνθρωπε Κύριε·
(ἐκφώνως καὶ ἐμμελῶς)·
Ὁ γὰρ λαός σου καὶ ἡ ἐκκλησία σου ἱκετεύει σε.
Ὁ Λαός· Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεός, ὁ Πατὴρ, ὁ παντοκράτωρ.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἀνιστάμενος, λέγει·
Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, ὁ παντοκράτωρ· ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ ἐξαπόστειλον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα ἅγια δῶρα ταῦτα τὸ Πνεῦμά σου τὸ πανάγιον,
Καὶ κλίνων λέγει·
τὸ κύριον καὶ ζωοποιό, τὸ σύνθρονόν σοι τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ, τὸ συμβασιλεῦον, τὸ ὁμοούσιόν τε καὶ συναΐδιον, τὸ λαλῆσαν ἐννόμῳ καὶ προφήταις καὶ τῇ καινῇ σου διαθήκῃ, τὸ καταβὰν ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐπὶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ καὶ μεῖναν ἐπ’ αὐτόν, τὸ καταβὰν ἐπὶ τοὺς ἁγίους σου ᾿Αποστόλους ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν ἐν τῷ ὑπερῴῳ τῆς ἁγίας καὶ ἐνδόξου Σιών, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς·
Καὶ ἱστάμενος λέγει·
Αὐτὸ τὸ Πνεῦμά σου τὸ πανάγιον κατάπεμψον, Δέσποτα, ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα ἅγια δῶρα ταῦτα,
Καὶ ἐκφωνεῖ·
ἵνα ἐπιφοιτῆσαν τῇ ἁγίᾳ καὶ ἀγαθῇ καὶ ἐνδόξῳ αὐτοῦ παρουσίᾳ ἁγιάσῃ καὶ ποιήσῃ τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον σῶμα ἅγιον Χριστοῦ.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ Ἱερεύς· Καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο αἷμα τίμιον Χριστοῦ.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ Ἱερεύς, ἱστάμενος καὶ σφραγίζων τὰ δῶρα, λέγει·
῞Ινα γένωνται πᾶσι τοῖς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνουσιν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωήν αἰώνιον, εἰς ἁγιασμὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, εἰς καρποφορίαν ἔργων ἀγαθῶν, εἰς στηριγμὸν τῆς ἁγίας σου καθολικῆς καὶ ἀποστολικής ᾿Εκκλησίας, ἣν ἐθεμελίωσας ἐπὶ τὴν πέτραν τῆς πίστεως, ἵνα πύλαι ᾅδου μὴ κατισχύσωσιν αὐτῆς· ῥυόμενος αὐτὴν ἀπὸ πάσης αἱρέσεως καὶ ἀπὸ σκανδάλου τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν, καὶ ἐκ τῶν ἐπαναστάντων καὶ ἐπανισταμένων αὐτῇ ἐχθρῶνμέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.
Ὁ Διάκονος· ᾿Αμήν.
Τοῦ Λαοῦ ὑποψάλλοντος πολλάκις· Μνήσθητι Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν,
Ὁ Ἱερεύς, σφραγίζων ἐπεύχεται·
Προσφέρομέν σοι, Δέσποτα, καὶ ὑπὲρ τῶν ἁγίων σου τόπων, οὓς ἐδόξασας τῇ Θεοφανείᾳ τοῦ Χριστοῦ σου καὶ τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου σου Πνεύματος· προηγουμένως ὑπέρ τῆς ἁγίας καὶ ἐνδόξου Σιών, τῆς μητρὸς πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ὑπὲρ τῆς κατὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἁγίας σου καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας· πλουσίας καὶ νῦν τὰς δωρεὰς τοῦ Παναγίου σου Πνεύματος ἐπιχορήγησον αὐτῇ, Δέσποτα·
Μνήσθητι Κύριε, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἁγίων πατέρων ἡμῶν καὶ ἐπισκόπων, τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ὀρθοδόξως ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας. Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν, τοῦ ἁγιωτάτου ἡμῶν ᾿Αρχιεπισκόπου Γρηγορίου· γῆρας αὐτῷ τίμιον χάρισαι, μακροχρόνιον αὐτὸν διαφύλαξον, ποιμαίνοντα τὸν λαόν σου ἐν πάσῃ εὐσέβειᾳ και σεμνότητι.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ἐνθάδε τιμίου πρεσβυτερίου καὶ τοῦ ἁπανταχοῦ, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, λοιπῆς πάσης ὑπηρεσίας, παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ τάγματος καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος ἡμῶν καὶ παντὸς τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν συμπαρισταμένων ἡμῖν ἱερέων, λειτουργῶν ἐν ταύτῃ τῇ ἁγίᾳ ὥρᾳ ἐνώπιον τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου ἐπὶ προσενέξει τῆς ἁγίας καὶ ἀναίμακτου σου θυσίας, καὶ δὸς αὐτοῖς καὶ ἡμῖν λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ἡμῶν, εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ παναγίου ὀνόματός σου.
Μνήσθητι, Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου, καὶ ὲμοῦ τοῦ ταπεινοῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου, καὶ ἐπίσκεψαί με έν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς· καὶ ῥῦσαι καὶ ἀθώωσον ἐκ τῶν καταδιωκόντων με, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, καὶ ἐπειδὴ ἐπλεόνασεν ἐν ἐμοὶ ἡ ἁμαρτία, ὑπερπερισσεύσοι σοι ἡ χάρις.
Μνήσθητι, Κύριε, και των το Άγιον Σου Θυσιαστήριον κυκλούντων διακόνων' χάρισαι αυτοίς βίον άμεμπτον, άσπιλον αυτών την διακονίαν διαφύλαξον, και βαθμούς αγαθούς αυτοίς περιποίησαι.
Μνήσθητι, Κύριε, τῆς αγίας του Θεού ημών πόλεως, της Βασιλευούσης καὶ πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν ἐν ὀρθοδόξῳ πίστει καὶ εὐλαβείᾳ κατοικούντων ἐν αὐταῖς, εἰρήνης καὶ ἀσφαλείας αὐτῶν.
Μνήσθητι, Κύριε, των ευσεβεστάτων και φιλοχρίστων ημών Βασιλέων, παντός του παλατίου και του στρατοπέδου αυτών, και της ουρανόθεν βοηθείας και νίκης αυτών. Επιλαβού όπλου και θυρεού, και ανάστηθι εις την βοήθειαν αυτών, υπόταξον αυτοίς πάντα τα πολέμια και βάρβαρα έθνη' ρύθμισον αυτών τα βουλεύματα, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι.
Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, ὁδοιπορούντων, ξενιτευόντων χριστιανῶν, τῶν ἐν δεσμοῖς καὶ φυλακαῖς, τῶν ἐν αἰχμαλωσίαις καὶ ἐξορίαις, ἐν μετάλλοις καὶβασάνοις, καὶ πικραῖς δουλείαις ὄντων, πατέρων τε καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, εἰρηνικῆς ἐπανόδου ἑκάστου αὐτῶν εἰς τὰ οἰκεῖα.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν γήρᾳ καὶ ἀδυναμίᾳ ὄντων, νοσούντων, καμνόντων, καὶ τῶν ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐνοχλουμένων, καὶ τῆς παρὰ σοῦ τοῦ Θεοῦταχείας ἰάσεως καὶ σωτηρίας αὐτῶν.
Μνήσθητι, Κύριε, πάσης ψυχῆς χριστιανικῆς θλιβομένης καὶ καταπονουμένης, ἐλέους καὶ βοηθείας σοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπιδεομένης, καὶ ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν παρθενίᾳ καὶ εὐλαβείᾳ καὶ ἀσκήσει διαμενόντων, καὶ τῶν ἐν ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς ἀγωνιζομένων ὁσίων πατέρων τε καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, διὰ τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον.
Μνήσθητι, Κύριε, πάντων εἰς ἀγαθόν· πάντας ἐλέησον, Δέσποτα· πᾶσιν ἡμῖν διαλλάγηθι· εἰρήνευσον τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ σου· διασκέδασον τὰ σκάνδαλα, κατάργησον τοὺς πολέμους· παῦσον τὰ σχίσματα τῶν ἐκκλησιῶν τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ἐν τάχει κατάλυσον· κατάβαλε τὸ φρύαγμα τῶν ἐθνῶν·ὕψωσον κέρας χριστιανῶν ὀρθοδόξων, τὴν σὴν εἰρήνην καὶ τὴν σὴν ἀγάπην χάρισαι ἡμῖν, ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς.
Μνήσθητι, Κύριε, εὐκρασίας ἀέρων, ὄμβρων εἰρηνικῶν, δρόσων ἀγαθῶν, καρπῶν εὐφορίας, τελείας εὐετηρίας, καὶ τοῦ στεφάνου τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου· οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ· ἀνοίγεις σὺ τὴν χεῖρά σου, καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῶον εὐδοκίας.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν καρποφορησάντων καὶ καρποφορούντων ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις καὶ μεμνημένων τῶν πενήτων καὶ τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῦ μνημονεύειν αὐτῶν ἐν ταῖς προσευχαῖς. Ἔτι μνησθῆναι καταξίωσον, Κύριε, καὶ τῶν τὰς προσφορὰς ταύτας προσενεγκάντων ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ἐπὶ τὸ ἅγιόν σου Θυσιαστήριον, καὶ ὑπὲρ ὧν ἕκαστος προσήνεγκεν, ἢ κατὰ διάνοιαν ἔχει, καὶ τῶν ἀρτίως σοι ἀναγινωσκομένων.
Μνήσθητι, Κύριεκαὶ τῶν ἡμετέρων γονέων, συγγενῶν, καὶ φίλων, (δείνων).
Τούτων πάντων μνήσθητι, Κύριε, ὧν ἐμνήσθημεν καὶ ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν, ὀρθοδόξων ἀντίδος αὐτοῖς ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ οὐράνια, ἀντὶ τῶν φθαρτῶν τὰ ἄφθαρτα, ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια, κατὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Χριστοῦ σου, ἐπειδὴ ζωῆς καὶ θανάτου τὴν ἐξουσίαν ἔχεις.
῎Ετι μνησθῆναι καταξίωσον, Δέσποτα, καὶ τῶν ἀπ’ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων κατὰ γενεὰν καὶ γενεάν, ἁγίων πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, διδασκάλων, ὁσίων, καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου.
Μνήσθητι, Κύριε, τῆς ἀρχαγγελικῆς φωνῆς τῆς λεγούσης· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
(ἐκφώνως)
Ἐξαιρέτως τῆς παναγίας καὶ ὑπερευλογημένης, ἀχράντου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.
Ὁ Λαός· Μνήσθητι, Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν.
Ὁ ῾Ιερεύς, μυστικῶς·
Τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου, τοῦ ἐνδόξου προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, τοῦ ἁγίου, ἐνδόξου καὶ πανευφήμου Ἀποστόλου καὶ ἈδελφοθέουἸακώβου, τῶν ἁγίων Προφητῶν καὶ Πατριαρχῶν καὶ δικαίων, ἁγίων Μαρτύρων καὶ Ὁμολογητῶν.
Μνήσθητι, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν καὶ ᾿Αρχιεπισκόπων καὶ πάσης σαρκός, ὧν ἐμνήσθημεν καὶ ὧν οὐκ ἐμνήσθημεν. Ἐκεῖ αὐτοὺς ἀνάπαυσον ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, ἐν τρυφῇ τοῦ παραδείσου, ἐν κόλποις ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ, τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· ὅθενἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου καὶ καταλάμπει διὰ παντός. ῾Ημῶν δὲ τὰ τέλη τῆς ζωῆς χριστιανὰ καὶ εὐάρεστα καὶ ἀναμάρτητα ἐν εἰρήνῃ κατεύθυνον, Κύριε, ἐπισυνάγων ἡμᾶς ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ἐκλεκτῶν σου, ὅ,τι θέλεις καὶ ὡς θέλεις, μόνον χωρὶς αἰσχύνης καὶ παραπτωμάτων διὰ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ· αὐτὸς γὰρ ἐστιν ὁ μόνος ἀναμάρτητος φανεὶς ἐπὶ τῆς γῆς.
Ὁ Διάκονος·
Καὶ ὑπὲρ εἰρήνης καὶ εὐσταθείας παντὸς τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν, καὶ ὑπὲρ ὧν ἕκαστος προσήνεγκεν ἢ κατὰ διάνοιαν ἔχει καὶ τοῦ παρεστῶτος λαοῦ, καὶ πάντων καὶ πασῶν.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἐκφώνως·
Δὸς καὶ ἡμῖν καὶ αὐτοῖς ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης.
Ὁ Λαός· ῎Ανες, ἄφες, συγχώρησον, ὁ Θεός, τὰ παραπτώματα ἡμῶν, τὰ ἑκούσια, τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν γνώσει καὶ τὰ ἐν ἀγνοίᾳ.
Ὁ ῾Ιερεύς, ἐκφώνως·
Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Χριστοῦ σου, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος σῦν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Λαός· Καὶ τῷ Πνεύματί σου.
Ὁ Διάκονος·
῎Ετι καὶ ἔτι καὶ διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
῾Υπὲρ τῶν προσκομισθέντων καὶ ἁγιασθέντων τιμίων, ἐπουρανίων, ἀρρήτων, ἀχράντων, ἐνδόξων, φοβερῶν, φρικτῶν, θείων δώρων Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν δεηθῶμεν.
῞Οπως Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, προσδεξάμενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον, νοερὸν καὶ πνευματικὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας, ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ παναγίου Πνεύματος, δεηθῶμεν.
Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ παναγίου αὐτοῦ καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Ὁ Λαός· Σοί, Κύριε.
Ὁ ῾Ιερεύς, μυστικῶς·
Ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ μεγαλώνυμος Κύριος, ἡ μακαρία φύσις, ἡ ἄφθονος ἀγαθότης, ὁ πάντων Θεὸς καὶ Δεσπότης, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ καὶ δοξαζόμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ, ᾧ παρεστήκασι χίλιαι χιλιάδες καὶ μύριαι μυριάδες ἁγίων ᾿Αγγέλων καὶ ᾿Αρχαγγέλων στρατιαί, τὰ μὲν προσενεχθέντα σοι δῶρα, δόματα, καρπώματα, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας προσεδέξω, καὶ ἁγιάσαι καὶ τελειῶσαι κατηξίωσας, ἀγαθέ, τῇ χάριτι τοῦ Χριστοῦ σου καὶ τοῦ παναγίου σου Πνεύματος· ἁγίασον, Δέσποτα καὶ τὰς ἡμετέρας ψυχὰς καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα καὶ ψηλάφησον τὰς διανοίας, καὶ ἀνάκρινον τὰς συνειδήσεις· καὶ ἔκβαλε ἀφ’ ἡμῶν πᾶσαν ἔννοιαν πονηράν, πάντα λογισμὸν ἀσελγῆ, πᾶσαν ἐπιθυμίαν καὶ ἐνθύμησιν αἰσχράν, πάντα λόγον ἀπρεπῆ, πάντα φθόνον καὶ τύφον καὶ ὑπόκρισιν, πᾶν ψεῦδος, πάντα δόλον, πάντα πειρασμὸν βιοτικόν, πᾶσαν πλεονεξίαν, πᾶσαν κενοδοξίαν, πᾶσαν κακίαν, πάντα θυμόν, πᾶσαν ὀργήν, πᾶσαν μνησικακίαν, πᾶσαν βλασφημίαν, πᾶσαν φιλαργυρίαν καὶ ῥαθυμίαν, πᾶσαν κίνησιν σαρκός τε και πνεύματος, ἀπηλλοτριωμένην τοῦ θελήματος τῆς ἁγιότητός σου.
ἐκφώνως·
Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, φιλάνθρωπε Κύριε, μετὰ παρρησίας, ἀκατακρίτως, ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ, ψυχῇ πεφωτισμένῃ, ἀνεπαισχύντῳ προσώπῳ, ἡγιασμένοις χείλεσι, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαί σε, τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἅγιον Θεὸν Πατέρα καὶ λέγειν·
Ὁ Λαός· Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου · γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Ὁ ῾Ιερεύς· Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, ὁ εἰδὼς τὴν ἀσθένειαν ἡμῶν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς, ἀπὸ τοῦ πονηροῦ καὶ ἐκ τῶν ἔργων αὐτοῦ καὶ πάσης ἐπηρείας καὶ μεθοδείας αὐτοῦ διὰ τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον, τὸ ἐπικληθὲν ἐπὶ τὴν ἡμετέραν ταπείνωσιν.
῞Οτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία κὰ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
Ὁ ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
Ὁ Διάκονος· Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
Ὁ ῾Ιερεύς, μυστικώς·
Σοὶ ἐκλίναμεν οἱ δοῦλοί σου, Κύριε, τοὺς ἑαυτῶν αὐχένας, ἐνώπιον τοῦ ἁγίου Θυσιαστηρίου, ἀπεκδεχόμενοι τὰ παρὰ σοῦ πλούσια ἐλέη· πλουσίαν καὶ νῦν τὴν χάριν σου καὶ τὴν εὐλογίαν σου ἐξαπόστειλον ἡμῖν, Δέσποτα, καὶ ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα, ἵνα ἄξιοι γενώμεθα κοινωνοὶ καὶ μέτοχοι γενέσθαι τῶν ἁγίων σου μυστηρίων εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
ἐκφώνως·
Σὺ γὰρ προσκυνητὸς καὶ δεδοξασμένος ὑπάρχεις, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ πανάγιον, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Μετὰ τοῦτο στρεφόμενος πρὸς τὸν λαὸν ὁ Ἱερεύς ἐκφωνεῖ·
Καὶ ἔσται ἡ χάρις καὶ τὰ ἐλέη τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου, ἀκτίστου καὶ ἀδιαιρέτου καὶ προσκυνητῆς Τριάδος μετὰ πάντων ὑμῶν.
Ὁ Λαός· Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου.
Ὁ Διάκονος· Μετὰ φόβου Θεοῦ πρόσχωμεν.
῾Ό ῾Ιερεύς, ὑψῶν τὸν ἄρτον λέγει καθ’ ἑαυτόν·
Ἅγιε, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, Κύριε, ἁγίασον ἡμᾶς τῷ λόγῳ τῆς σῆς χάριτος καὶ ἐπιφοιτήσει τοῦ παναγίου σου Πνεύματος. Σὺ γὰρ εἶπας, Δέσποτα· Ἅγιοιἔσεσθε, ὅτι Ἅγιός εἰμι, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.
Καὶ τὴν ἑξῆς εὐχήν·
᾿Ακατάληπτε Θεέ, Λόγε, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ Πνεύματι ὁμοούσιε, συναΐδιε, καὶ ἀχώριστε, πρόσδεξαι τὸν ἀκήρατον ὕμνον ἐν ταῖς ἁγίαις σου ἀναιμάκτοις θυσίαις σὺν τοῖς Χερουβὶμ καὶ Σεραφὶμ καὶ παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, βοῶντος καὶ λέγοντος·
Εἶτα ἐκφωνεῖ·
Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις.
Ὁ Λαός· Εἷς γιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, σὺν ἁγίῳ Πνεύματι, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ ίερεὺς κλᾷ τὸν ἄρτον καὶ κρατεῖ τῇ δεξιᾷ τὸ ἥμισυ καὶ τῇ ἀριστερᾷ τὸ ἕτερον ἥμισυ, καὶ βάπτει τὸ τῆς δεξιᾶς ἐν τῷ κρατῆρι λέγων·
Ἕνωσις τοῦ παναγίου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Καὶ εὐθέως ἄρχεται μελίζειν, καὶ τίθησιν εἰς τὸν κρατῆρα μίαν μερίδα ἁπλῆν λέγων·
Ἥνωται καὶ ἡγίασται, καὶ τετελείωται τὰ ἅγια δῶρα ταῦτα, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.
Εἶτα δὲ ἐκχέει ζέον ὕδωρ εἰς τὸ Ποτήριον.
Ὁ Διάκονος· Ἐν εἰρήνῃ Χριστοῦ ψάλωμεν.
Ὁ Λαός· τὸ Κοινωνικόν·
Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος. ᾿Αλληλούϊα (Μετὰ τοὺς στίχους).
Εὐλογήσω τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου.
Ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεσθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πραεῖς καὶ εὐφρανθήτωσαν.
Μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό.
Ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέν μου καὶ ἐκ πασῶν τῶν παροικιῶν μου ἐρρύσατό με.
Προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ.
Οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν.
Παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ῥύσεται αὐτούς.
Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ’ αὐτόν.
Φοβήθητε τὸν Κύριον, οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.
Δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς.
Τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωὴν ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς;
Παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον.
Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν.
Ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν.
Πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ τοῦ ἐξολεθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
Ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐρρύσατο αὐτούς.
Ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει.
Πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτούς.
Κύριος φυλάσσει πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται.
Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσιν.
Λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ πλημμελήσωσιν πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ’ αὐτόν.
Ὁ Ἱερεύς, ἐπεύχεται μυστικῶς πρὸ τοῦ μεταλαβεῖν·
Δέσποτα Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ οὐράνιος ἄρτος, ἡ τροφὴ τοῦ παντὸς κόσμου, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιον σου, καὶ οὐκ εἰμὶ ἄξιος μεταλαβεῖντῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων σου μυστηρίων ἀλλὰ διὰ τὴν σὴν ἀγαθότητα καὶ ἄφατον μακροθυμίαν ἄξιόν με ποίησον καὶ ἀκατάκριτον καὶ ἀνεπαίσχυντον μετασχεῖν τοῦ παναγίου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Μετὰ τοῦτο κοινωνεῖ ὁ Ἱερεὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματος καὶ μεταδίδωσι τῷ Διακόνῳ. ῞Οτε δὲ ἐπαίρει ὁ Διάκονος τὸν δίσκον καὶ τὸ ποτήριον εἰς τὸ μεταδιδόναι τῷ λαῷ, λέγει·
Ὁ Διάκονος· Κύριε, εὐλόγησον.
Ὁ Ιερεύς· Δόξα τῷ Θεῷ τῷ ἁγιάσαντι καὶ ἁγιάζοντι πάντας ἡμᾶς.
Ὁ Διάκονος·
Ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου καὶ ἡ βασιλεία σου διαμένει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αίώνων.
Ὁ Ιερεύς·
Εὐλογητὸν τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Διάκονος· Μετὰ φόβου Θεοῦ προσέλθετε.
Ὁ Λαός, μετὰ τὸ μεταλάβεῖν ψάλλει· Πλήρωσον τὸ στόμα μου αἰνέσεώς σου, Κύριε, καὶ χαρᾶς ἔμπλησον τὰ χείλη μου, ὅπως ὑμνήσω τὴν δόξαν σου. Εὐχαριστοῦμέν σοι Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅτι ἠξίωσας ἡμᾶς μετασχεῖν τοῦ σώματος καὶ αἵματός σου εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον· ἀκατακρίτους ἡμᾶς διαφύλαξον, δεόμεθα, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.
Ὁ ῾Ιερεύς·
Μετὰ τὸ μεταλαβεῖν πάντας, λέγει καθ᾿ ἑαυτὸν τὴν ἑξῆς εὐχὴν τοῦ θυμιάματος·
Εὔφρανας ἡμᾶς, ὁ Θεός, ἐν τῇ ἑνώσει σου καὶ σοὶ προσφέρομεν ὕμνον χαριστήριον, καρπὸν χειλέων, ὁμολογούντων τὴν χάριν σου σὺν τῷ θυμιάματι τούτῳ, ἀναβήτω δὲ πρὸς σέ, ὁ Θεὸς· καὶ μὴ ἀποστραφείη διὰ κενῆς, ἀλλὰ χάρισαι ἡμῖν δι’ αὐτοῦ εὐωδίαν τοῦ παναγίου σου Πνεύματος, τὸ μύρον τὸ ἄχραντον καὶ ἀναφαίρετον πλήρωσον τὸ στόμα ἡμῶν αἰνέσεως καὶ τὰ χείλη ἀγαλλιάσεως καὶ τὴν καρδίαν χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ σὺν τῷ παναγίῳ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Διάκονος·
Ἔτι καὶ ἔτι διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Ὅπως γένηται ἡμῖν ἡ μετάληψις τῶν ἁγιασμάτων αὐτοῦ εἰς ἀποτροπὴν παντὸς πονηροῦ πράγματος, εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου, εἰς κοινωνίαν καὶ δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, δεηθῶμεν.
Ὁ Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερενδόξου, εὐλογημένης, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ δικαίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Ὁ Λαός· Σοί, Κύριε.
Ὁ ῾Ιερεύς, τοῦ Διακόνου τ᾿ ἀνωτέρω λέγοντος ἐπεύχεται μυστικῶς·
Ὁ Θεός, ὁ διὰ πολλὴν καὶ ἄφατον εὐσπλαγχνίαν συγκαταβὰς τῇ ἀσθενείᾳ τῶν δούλων σου καὶ καταξιώσας ἡμᾶς μετασχεῖν ταύτης τῆς ἐπουρανίου τραπέζης,μὴ κατακρίνῃς ἡμᾶς, Δέσποτα, τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐπὶ τῇ μεταλήψει τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων, ἀλλὰ φύλαξον ἡμᾶς, ἀγαθέ, ἐν ἁγιασμῷ, ἵνα ἄξιοι γενόμενοι τοῦ παναγίου σου Πνεύματος εὕρωμεν μέρος καὶ κλῆρον μετὰ πάντων τῶν ῾Αγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων ἐν τῷ φωτὶ τοῦ προσώπου σου, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
ἐκφώνως·
῞Οτι ηὐλόγηται καὶ ἡγίασται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ἅγιον ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Λαός· ᾿Αμήν.
 ῾Ιερεύς· Εἰρήνη πᾶσι.
 Διάκονος· Τὰς κεφάλας ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
 Λαός· Σοί, Κύριε.
 ῾Ιερεύς, καθ᾿ ἑαυτόν·
Ὁ Θεός ὁ μέγας καὶ θαυμαστός, ἔπιδε ἐπὶ τοὺς δούλους σου, ὅτι σοὶ τοὺς αὐχένας ἐκλίναμεν, καὶ ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου τὴν κραταιάν, τὴν πλήρη εὐλογιῶν, καὶ εὐλόγησον τὸν λαὸν σου, καὶ διαφύλαξον τὴν κληρονομίαν σου, ἵνα ἀεὶ καὶ διὰ παντὸς δοξάζωμέν σε, τὸν μόνον ζῶντα καὶ ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, τὴν ἁγίαν καὶ ὁμοούσιον Τριάδα, Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα.
ἐκφωνως·
Σοὶ γὰρ πρέπει καὶ ἐποφείλεται ἡ παρὰ πάντων ἡμῶν πᾶσα δοξολογία, τιμή, προσκύνησις καὶ εὐχαριστία, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
 Λαός· ᾿Αμήν.
 Διάκονος· ν εἰρήνῃ Χριστοῦ πορευθῶμεν.
 ῾Ιερεύς·
ἐκφώνως ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ ἄμβωνος ἱστάμενος·
Ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν πορευόμενοι, καὶ πᾶσαν τὴν ἐν τῷ ναῷ σου πληρώσαντες θείαν λειτουργίαν καὶ νῦν δεόμεθά σου, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τελείας φιλανθρωπίας ἀξίωσον ἡμᾶς· ὀρθοτόμησον ἡμῶν τὴν ὁδόν, ῥίζωσον ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου, πάντας ἐλέησον καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξίους ἀνάδειξον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, μεθ᾿ οὗ σοὶ πρέπει δόξα, τιμή, κράτος, ἅμα τῷ παναγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Μεθ᾿ ὃ εἰσέρχεται ὁ ῾Ιερεὺς εἰς τὸ ἅγιον Βῆμα.
Ὁ Διάκονος, πρὸς τὸν λαόν, σοβαρῶς καὶ ἠρέμα· Ἀπολύεσθε ἐν εἰρήνῃ.
 ῾Ιερεύς, καθ’ ἑαυτόν·
Εὐλόγηται ὁ Θεός, ὁ εὐλογῶν καὶ ἁγιάζων ἡμᾶς διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων αὐτοῦ μυστηρίων, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αὶῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν."