Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (14/04/14)

http://2.bp.blogspot.com/-dZey1IOFrgg/T9py6e0QH2I/AAAAAAAAMow/ip6NiyBWubk/s320/basilofron-papadopoulos660.png
Συνέντευξη παραχώρησε στον τηλεοπτικό σταθμό της Εγνατίας tv κατά το Κεντρικό του Δελτίο Ειδήσεων, ο Πρόεδρος του κόμματος των Βασιλοφρόνων "Εθνική Ελπίδα" Γιώργος Παπαδόπουλος. την Μεγάλη Δευτέρα 14 Απριλίου.
Δήλωσε ότι το κόμμα των Βασιλοφρόνων "Εθνική Ελπίδα" θα κατέβει στις ευρωεκλογές και θα ανακοινωθούν τα ονόματα των υποψηφίων ανήμερα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στις 23 Απριλίου.
Πολλά άλλα και ενδιαφέροντα είπε στην συνέντευξη ο κ. Παπαδόπουλος.
Όποιος θέλει να δει την συνέντευξη ας πατήσει εδώ: 14-04-2014. [1:00:20 - 1:18:37]

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


Konstantinos
Σύμφωνα με πληροφορίες της Romfea.gr ο τέως Βασιλιάς Κωνσταντίνος επισκέφθηκε τον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στα Ιωάννινα, όπου προσκύνησε την σορό του μακαριστού Μητροπολίτη Ιωαννίνων κυρού Θεοκλήτου.

Να αναφερθεί ότι ο τέως Βασιλιάς Κωνσταντίνος διατηρούσε φιλία ετών με τον μακαριστό Μητροπολίτη Θεόκλητο, ενώ προς τιμήν του κατέθεσε στεφάνι.

Πηγή: "Romfea.gr".

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ - ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝΟΣ ΘΕΣΜΟΥ

Γράφει ο κ. Κώστας Μ. Σταματόπουλος, διδάκτωρ βυζαντινής ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.

Το πρόβλημα, τότε, ήταν εκείνο ενός κράτους, το οποίο πάλευε να συσταθεί, χωρίς να συγκεντρώνει καμμιά από τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και το οποίο, από το τέλος του 1823 και πέρα, βρισκόταν σε συνεχή εμφύλιο πόλεμο με μεταβαλλόμενες κάθε φορά τις πλευρές των εκάστοτε αντιπάλων. Το πρόβλημα επίσης ήταν ένας λαός που, από καταβολής του, που χάνεται στα βάθη του χρόνου, και με εξαίρεση την παρένθεση της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα, όπου ο νόμος του Νόμου κυριάρχησε για ένα διάστημα επί του νόμου του Αίματος, ήταν μαθημένος να δίδει το προβάδισμα, όχι σε αφηρημένες αξίες και άσαρκους θεσμούς, αλλά στην διαπροσωπική σχέση, στην σχέση προς έναν άνθρωπο: ο Έλληνας, παρ’ όλο που άλλα θα ισχυριζόταν αν ερωτάτο σχετικώς, προσποιούμενος τον Ευρωπαίο, έχει μυριάκις αποδείξει πως θέλει την εξουσία ένσαρκη, την θέλει με ανθρώπινο πρόσωπο, αισθήματα και πάθη, παραμένοντας ελεύθερος να την απορρίψει ή να την δεχθεί.  Το τελευταίο γίνεται συνήθως σε καφενειακό επίπεδο, σε επίπεδο επομένως φαντασιακής θηριομαχίας, καθ’ ότι άλλες ισχυρότατες και βαθύτατες ανατολικές ροπές τον μετατρέπουν ταυτόχρονα σε λαό υποταγμένο κι αδρανή, με ιδιαίτερη κλίση προς δημαγωγούς και λαϊκιστές ηγέτες.
Το μέχρι στιγμής συμπέρασμα είναι πως ο Έλληνας –τουλάχιστον του 1830, αλλά πιστεύω και κάθε άλλης εποχής– έκλινε και κλίνει προς ένα καθεστώς ισχυρής προσωπικής εξουσίας στα πλαίσια ενός κράτους χαλαρού, ενός κράτους δηλαδή κατά προσέγγιση, χωρίς παγιωμένες και επομένως βαθειές κοινωνικές διαφορές. Από την επομένη, όμως, της επικράτησης του όποιου ισχυρού ανδρός, το βέβαιο ήταν πως θα ξυπνούσε και ταχύτατα θα φούντωνε η εναντίον του αντίδραση εκ μέρους μιας αντίζηλης ομάδας συσπειρωμένης γύρω από άλλον επίδοξο ηγέτη  και με ζητούμενο την δόξα ίσως, τον λουφέ σίγουρα, ιδιοτελές ζητούμενο, καλυμμένο κάτω από ιδεολογικό προπέτασμα καπνού.
Αποτέλεσμα; Μία νέα βαθύτατη ρήξη, αν όχι ένας νέος εμφύλιος. Το εναλλακτικό σενάριο θα ήταν η στρατιωτική δικτατορία,  λόγω αφ’ ενός του εσαεί επιπολάζοντος φθόνου, ήτοι του κλασσικού ελληνικού «γιατί αυτός και όχι εγώ;», που καταλήγει στο να αποκλείσει από την εξουσία κάθε πολιτικό παράγοντα, και αφ’ ετέρου λόγω της ανέκαθεν (από την εποχή δηλαδή της κλεφτουριάς) στενής σχέσης του Νεοέλληνα με το στρατιωτικό στοιχείο, το οποίο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θεωρεί ότι είναι σάρκα από την σάρκα του.
Στην περίπτωση που η χώρα, στην οποία συνέβαιναν όλα αυτά, βρισκόταν σε κάποιο νησί στην μέση ενός απέραντου ωκεανού, το συνεχές αυτό αλληλοφάγωμα ή η αυταρχική, πλην πάντα ασταθής, «τελική» λύση δεν θα αφορούσε παρά την ίδια.  Αλλά σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάς, περιτριγυρισμένη από εχθρούς και επί πλέον ευρισκόμενη σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της υφηλίου, μία μόνιμα επισφαλής κατάσταση ήταν και είναι κατάσταση διόλου ανεκτή· ούτε για την ίδια, καθ’ ότι γρήγορα θα έβαινε από εθνική σε εθνική καταστροφή σε πλήρη κατάλυση, καθώς θα άνοιγε την όρεξη ισχυρού γείτονα να της επιτεθεί, ούτε και για την παγκόσμια τάξη και τους τηρητές της, οι οποίοι δύσκολα θα υπέφεραν ένα καθεστώς παρατεταμένης αν όχι μόνιμης κρίσης σε ένα τόσο νευραλγικό σημείο του πλανήτη.
Στην περίπτωση δε της νεωτέρας Ελλάδος, ίσχυε και κάτι ακόμη: ότι, δηλαδή, τον τότε (1830) διεθνή περίγυρο διαμόρφωναν οι τρεις «Προστάτιδες»/ Εγγυήτριες Δυνάμεις, που έστω και από παρεξήγηση, όπως αργότερα μετανιωμένος θα έλεγε ο Ουέλλιγκτων -αναφερόμενος στην βύθιση του εγκλωβισμένου τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στον στενό κόλπο του Ναυαρίνου- της είχαν δώσει την ριζική λύση. Η λύση αυτή αφ’ ενός την είχε οδηγήσει στο να αποκτήσει κρατική υπόσταση, όπως επίσης την είχε άμεσα συνδέσει με την υπόλοιπη Ευρώπη και τα συμφέροντα των μεγάλων και αυτομάτως εμπλέξει στις μεταξύ τους αντιζηλίες. Ο συνδυασμός της αντικειμενικής του αδυναμίας με την πάγια μεγάλη σημασία της γεωπολιτικής του θέσεως, καθιστούσε το νέο αυτό κρατικό μόρφωμα εξ αρχής εξαρτώμενο, κάτι που ήδη γίνεται σαφές από τον δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Ήδη, λοιπόν, από τα 1822, κάποιοι από τους ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες της Επαναστάσεως καθώς και σημαντικοί Έλληνες της διασποράς, σε στιγμές απογνώσεως λόγω της εσωτερικής αβελτηρίας και του επερχόμενου με βεβαιότητα αλληλοσπαραγμού, είχαν αρχίσει να στρέφονται προς την λύση της κλήσεως μιας προσωπικότητας από το εξωτερικό, είτε ενός Έλληνος που στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Καποδίστρια, είτε ενός ξένου, που θα μπορούσε να είναι ο Ευγένιος de Beauharnais, άνθρωπος έντιμος, φιλελεύθερος και γενναίος,  που παρέμενε «άνεργος» μετά την πτώση του πατριού του Μ. Ναπολέοντος το 1814, στους συγγενείς της γυναίκας του στην Αυλή του Μονάχου. Την ίδια ώρα άλλοι πρότειναν τον Λουδοβίκο Φίλιππο της Ορλεάνης. Ο Ευγένιος όμως πέθανε πρόωρα το 1824, ο δε Λουδοβίκος Φίλιππος –που είναι αμφίβολο αν ποτέ ενημερώθηκε για τα σχέδια που έτρεφαν για λογαριασμό του οι ηγέτες του γαλλικού κόμματος κάτω στην μακρινή Ελλάδα– προωθήθηκε αναπάντεχα στον γαλλικό θρόνο μετά την επανάσταση του 1830.
Η λύση του Καποδίστρια, που με προσωπική πίεση του Κολοκοτρώνη επελέγη το 1827, ήταν και προσωρινή και  ανεπαρκής. Προσωρινή όχι μόνο λόγω της επίσημης φύσης του πολιτεύματος που προσδιορίσθηκε ως τέτοιο την ώρα που συνεχιζόταν η αναζήτηση βασιλέως με ισχυρότερο υποψήφιο τον Λεοπόλδο του Saxe-Koburg, μετέπειτα πρώτο βασιλέα των Βέλγων (αφού αποποιήθηκε τον ελληνικό Θρόνο, κάτι για το οποίο μετάνιωνε μια ζωή), αλλά κυρίως λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης κάποιας έστω και κατά προσέγγιση συνέχειας ικανοποιητικού επιπέδου στον εξαιρετικό Καποδίστρια, όταν μοιραία θα ετίθετο το ζήτημα της διαδοχής του. Ανεπαρκής, διότι η παρουσία του απομόνωνε την Ελλάδα από την μοναρχική Ευρώπη της εποχής. Ανεπαρκής, διότι παρά την αναμφισβήτητη ποιότητά του ως ανθρώπου και τις μέχρι εξαντλήσεώς του προσπάθειες ως κυβερνήτη, δεν ήταν αρκούντως διαφορετικός, η υπεροχή του  δεν ήταν αρκετά αδιαμφισβήτητη, ώστε να διεκδικήσει χωρίς αντίλογο/αντίπαλο το ύπατο αξίωμα και να κρατηθεί σε αυτό επί μακρόν. Ανεπαρκής, τέλος, διότι για τους περισσότερους Έλληνες της εποχής, θρεμμένους με την βυζαντινή παράδοση, την νοσταλγία της αυτοκρατορίας τους και την προσδοκία της αναστάσεώς της, η έννοια της ανεξαρτησίας ήταν συνδεδεμένη με την ύπαρξη βασιλέως, διαδόχου, εκείνου που με το σπαθί στο χέρι είχε την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου 1453 σκοτωθεί μαχόμενος στην πύλη του Αγίου Ρωμανού[1].
Το πολίτευμα της κοινής συνισταμένης των παραπάνω, σύμφωνα με τα πιο φιλελεύθερα μέτρα της εποχής, ήταν εκείνο της Συνταγματικής Μοναρχίας, με μονάρχη απαραιτήτως ξένο[2] και προερχόμενο από το εξωτερικό· η απόλυτη ετερότητά του ήταν προϋπόθεση αποδοχής και μακροημερεύσεως, καθ’ ότι άμβλυνε αν δεν καταργούσε τον φθόνο προς το πρόσωπό του, πόσο μάλλον που η ιδιότητά του, ενσαρκούμενη από τις παραδόσεις και τον μύθο του γένους και περιβεβλημένη από την ιεροπρέπεια που ανήκει στην φύση της, τον έκαμε οικείο και ακριβό στην ψυχή του λαού. Ο συνδυασμός του να είναι ο Αρχηγός του Κράτους έξω και πάνω από τον λαό και ταυτοχρόνως μέσα στην καρδιά του, ήταν η προϋπόθεση, χωρίς την οποία ολόκληρο το σύστημα κατέρρεε, συμπαρασύροντας στην πτώση την εθνική και κοινωνική συνοχή.
Το σχήμα αυτό συνέδεε, κατά το δυνατόν, το αίσθημα με την λογική, γεφυρώνοντας έτσι το ανατολικό με το δυτικό στοιχείο του Έλληνα.  Ο συνδυασμός του Αίματος με τον Νόμο, εξασφαλίζοντας συνέχεια και συνοχή, εύρισκε βαθειά ανταπόκριση σε έναν λαό με τόσο ισχυρό τον οικογενειακό θεσμό,αναπόσπαστο από την απαίτηση της δυνατότητας του κληρονομείν.   Αποτελούσε, τέλος, σταθερό και ισότιμο σύνδεσμο με την, πλην Γαλλίας, Ελβετίας (και Πορτογαλίας μετά το 1908) μοναρχική Ευρώπη της προ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιόδου. Αρκεί να σκεφθούμε ότι η μία αδελφή του Γεωργίου του Α΄ της Ελλάδος ήταν βασίλισσα της Αγγλίας, η άλλη αυτοκράτειρα της Ρωσσίας, αφήνοντας κατά μέρος συγγένειες πρώτου ή δεύτερου βαθμού με τους βασιλικούς οίκους της Δανίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και του Αννοβέρου, καθώς και το γεγονός ότι τα άρρενα τέκνα του Γεωργίου ήσαν παντρεμένα με Γερμανίδα πριγκίπισσα ο Κωνσταντίνος, με Γαλλίδα ο Γεώργιος, με Ρωσσίδα ο Νικόλαος, με Αγγλίδα ο Ανδρέας, ένδειξη απτή της πάγιας στάσης του Γεωργίου, που καίτοι σταθερά αγγλόφιλος, ηρνείτο να συνδέσει την τύχη της χώρας του με την πολιτική και τα συμφέροντα μιας αποκλειστικώς Δυνάμεως. Μετά το 1918, σε έναν κόσμο πια πολύ διαφορετικό, ο σύνδεσμος της ελληνικής Δυναστείας παρέμεινε στενός μόνο με την Μ. Βρεταννία, ενώ αναπτύσσονταν νέοι δυναστικοί δεσμοί με τους βασιλικούς οίκους της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαυίας, οι οποίοι διήρκεσαν έως την κατάλυση, το 1945/47, των εκεί βασιλειών.
Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής:
1.Το ότι η βασιλεία είναι ο λιγώτερο ξένος από όλους τους εισαγώμενους πολιτειακούς μας θεσμούς.
2. Πως η βάση της ήταν εξ αρχής λαϊκή, καθώς αριστοκρατία στην Ελλάδα δεν υπήρχε που να περιβάλλει, όπως συνέβαινε στα πιο πολλά ευρωπαϊκά  κράτη, τις αρτισύστατες δυναστείες ξενικής προέλευσης και να διευκολύνει την προσαρμογή τους στην νέα τους χώρα. Όσο για την ερμαφρόδιτη και ετερόφωτη ελληνική αστική τάξη –κοινωνική κατηγορία στην νεώτερη Ελλάδα μεταγενέστερη εν πολλοίς της βασιλείας– κατά κανόνα στοιχήθηκε, με εξαίρεση την περίοδο του κομμουνιστικού φόβου, πίσω από ηγέτες οπαδούς της Αβασίλευτης.
3. Αποτελώντας την μέση λύση ανάμεσα στο μόνιμα σοβούν χάος και την απολυταρχία του λαϊκιστή ισχυρού/χαρισματικού ενός (και των φίλων/πελατών του), η μοναρχία/βασιλεία υπήρξε έννοια μάλλον κεντρώα και μετριοπαθής, και ως τέτοια, εγγύηση δημοκρατίας και σταθερότητας, σταθερότητας εσωτερικής και κατ’ επέκτασιν σταθερότητας ως προς τις διεθνείς σχέσεις και την διεθνή τοποθέτηση της χώρας.
4. Ο βασιλεύς, και κατ’ επέκτασιν η οικογένειά του, υπήρξε το επιστέγασμα όχι μόνον της Πολιτείας –κάτι που είναι και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας– αλλά και της Κοινωνίας, η οποία στην περίπτωση του αβασίλευτου κοινοβουλευτικού καθεστώτος μένει τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη ακέφαλη. Το γεγονός ότι η Πολιτεία και η Κοινωνία συγκλίνουν σε ένα πρόσωπο και σε μία οικογένεια που συγκεντρώνει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις ποιότητας και διάρκειας, συμβάλλει ώστε το κράτος να αποβάλλει είτε την απρόσωπη και αδιάφορη είτε την αποκρουστικά κυνική του μορφή βίας, που είναι η μόνη που σήμερα γεύεται ο Ελληνικός λαός. Καθώς στην περίπτωση μιας ενεργούς, κοινωνικά όχι διακοσμητικής απλά βασιλείας ο πολίτης έχει την ελπίδα, την προσδοκία και την εντύπωση, ότι κάποιος ερχόμενος από την αντίπερα όχθη της εξουσίας (όντας ταυτόχρονα στην συνείδησή του και κάτι διάφορο και ανώτερο από αυτήν), σκύβει με ανιδιοτέλεια και κατανόηση στο πρόβλημά του, και, αν δεν του δίνει λύση, τουλάχιστον μεσολαβεί με παρρησία προς το Κράτος υπέρ αυτής.
Η κοινωνική αυτή προσφορά της βασιλείας έπαιρνε την όψη άλλοτε μιας ουσιαστικής και όχι επικοινωνιακής παρουσίας των μελών της βασιλικής οικογενείας σε πληγέντα από τον πόλεμο ή από θεομηνίες μέρη, όσο απομεμακρυσμένα και απρόσιτα και αν ήσαν αυτά, άλλοτε την πρωτοβουλία πραγματοποιήσεως έργων ευποιΐας (από την δημιουργία πάρκων έως την ίδρυση νοσοκομείων), άλλοτε της ενεργητικής – όχι απλά ψιλώ ονόματι– πατρωνίας επί ιδρυμάτων και φιλανθρωπικών θεσμών και άλλοτε την ανάληψη γενναίων προσωπικών πρωτοβουλιών για την ανακούφιση πότε της μιάς πότε της άλλης κοινωνικής κατηγορίας, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και σε τομείς που οι κρατικές υπηρεσίας ήσαν σχεδόν ανύπαρκτες, αδρανείς ή ανεπαρκείς· δια της εμψυχώσεως και του προσωπικού παραδείγματος,  η βασιλεία ενθάρρυνε τον κοινωφελή εθελοντισμό ξεκινώντας τον από την κορυφή της κοινωνίας. Κι εδώ, στην πάλη δηλαδή μεταξύ προσώπου και θεσμού, νικά και πάλι, σχεδόν αβίαστα, το πρόσωπο.  Και γι’ αυτό συγκινεί και παραδειγματίζει. Δια της νίκης του όμως αυτής, στην περίπτωση της βασιλείας, ο θεσμός ενισχύεται και σταθεροποιείται, τονώνοντας την εθνική και κοινωνική συνοχή όχι στιγμιαία, αλλά στην μακρύτερη διάρκεια.
Η άλλη όψη του ιδίου πράγματος είναι η τόνωση των ηθικών αξιών και η μείωση τoυ βάρους του ωμού χρήματος στην κοινωνική πυραμίδα, που αποτελεί τον μόνιμα ελλοχεύοντα κίνδυνο σε μια κοινωνία με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και υποτονική κοινωνική διαστρωμάτωση. Η ύπαρξη άλλωστε επί δεκαετίες σταθερής και αδιαμφισβήτητης αρχής, συνοδευμένη από την παραπάνω νοοτροπία, οδήγησε στην διάρκεια της 50ετίας του Γεωργίου Α΄ σε μια υγιέστερη διαστρωμάτωση της κοινωνίας και στην δημιουργία ενός είδους εγχώριας ιθύνουσας τάξεως στο περιβάλλον των Ανακτόρων, που δεν διακρινόταν επί χρήμασι, αλλ’ επί κοινωνική προσφορά. Η ανωτέρω κατάσταση διατηρήθηκε και αργότερα, παρά τον κλονισμό του Εθνικού Διχασμού. Ατυχώς, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, τα Ανάκτορα βαθμηδόν απομακρύνθηκαν από αυτήν· το γιατί θα το δούμε πιο πέρα.
5. Πως στην παλαιά, μέχρι το 1918, Ευρώπη, το πρόσωπο του βασιλέως αποτελούσε τον ιδανικό και αναντικατάστατο σύνδεσμο της Ελλάδος με τις κορυφές της ευρωπαϊκής ηγεσίας, κατέχοντας στον κύκλο αυτό βάρος δυσανάλογα σημαντικό σε σχέση με την πραγματική ισχύ της χώρας.
* * *
Επί τριάντα σχεδόν χρόνια, ο Όθων βάδιζε επί ενός πεδίου δύσβατου, γεμάτου εμπόδια και κινδύνους απρόβλεπτους, εν μέρει δε ναρκοθετημένου από τους Βρεταννούς – ενίοτε και από τους Ρώσσους – και εν μέρει από τους Έλληνες πολιτικούς, οι επιφανέστεροι από τους οποίους συνωστίζονταν στους προθαλάμους των ξένων πρεσβευτών για να αγρεύσουν οδηγίες και προσωπικές ευεργεσίες εις ανταπόδοσιν υπηρεσιών. Παρά ταύτα, αρκεί κανείς να δει τι ήταν η Αθήνα το 1834, όταν έγινε πρωτεύουσα, και τι το 1862, όταν εξώσθηκε  ο Όθων, για να αποκτήσει χειροπιαστά επίγνωση της προσφοράς στην Ελλάδα της βαυαρικής δυναστείας.
Η έλευση του Γεωργίου ένα έτος αργότερα (18/30 Οκτωβρίου 1863) οφείλει να συνδεθεί με την θέσπιση του Συντάγματος του 1864 – για την περάτωση του οποίου τόσον επίεσε ο ίδιος ο βασιλεύς, καίτοι δεν ήταν ούτε 19 ετών- και την υιοθέτηση του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο πηγή στο εξής της εξουσίας είναι ο λαός. Η ενίσχυση αυτή του αιρετού παράγοντα και ο συνακόλουθος περιορισμός του κληρονομικού, κινδυνεύοντας να ανατρέψει ισορροπίες καίριες για την επιβίωση του Κράτους, ώθησε τους νομοθέτες – χωρίς βασιλική παρέμβαση – να εισαγάγουν σ’ αυτό την αρχή των βασιλικών προνομιών. Η πιο σημαντική από τις οποίες, δίδουσα στον βασιλέα το δικαίωμα αποπομπής της Κυβερνήσεως και διαλύσεως της Βουλής, ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
Η διττή αυτή φύση του πολιτεύματος, που έκαμε την ελληνικού τύπου Βασιλευόμενη Δημοκρατία να κλίνει κάπως προς την πλευρά της Συνταγματικής Μοναρχίας, επιβάλλοντας στον βασιλέα τον ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος, του διαιτητή των πολιτικών παρατάξεων, κομμάτων και φατριών, απαιτούσε και προϋπέθετε την συγκέντρωση στο πρόσωπό του αρετών δυσεύρετων και σπανίων προσόντων σύνεσης, διακρίσεως και πολιτικότητας. Πότε όφειλε να ενεργήσει ως μονάρχης και πότε ως ο απαθής, ανεύθυνος ανώτατος αξιωματούχος του κράτους; Πόσο μάλλον που σύσσωμη συνήθως η αντιπολίτευση, τον καλούσε να δράσει και να ρίξει την κυβέρνηση, έτοιμη να τον κατηγορήσει ως παραβιάζοντα το Σύνταγμα στην περίπτωση που θα επαναλάμβανε τα ίδια όταν εκείνη θα ευρίσκετο στην αρχή.  Τούτο, για να αντιληφθούμε πως μια διάλυση της Βουλής δεν ήταν εύκολη απόφαση, πόσο μάλλον που ο νικητής των εκλογών, εκλογών που μοιραία και εκ του Συντάγματος θα ακολουθούσαν, καθ’ ότι τον τελευταίο λόγο είχε εν κατακλείδι πάντοτε ο λαός, μπορούσε κάλλιστα να είναι ο απομακρυνθείς πρωθυπουργός, ηρωοποιηθείς εξ αιτίας ακριβώς της εις βάρος της πρωθυπουργίας του βασιλικής ενεργείας.
Στο σημείο αυτό, ας προσθέσομε ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες:
α. Πως την συνύπαρξη αυτή των δύο αντιφατικών στοιχείων και τάσεων εντός του πολιτεύματος, την έκρινε χρήσιμη για τον τόπο και ως εκ τούτου την διατήρησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αναγνωρίζοντας ίσως την αξία για την χώρα του ρόλου του υπερκομματικού και διαχρονικώτερου Ενός (από ότι είναι ένας πρωθυπουργός) την στιγμή της ύπατης κρίσης,  και ασφαλώς ενθυμούμενου τον καίριο ρόλο του Γεωργίου Α΄ στην πρόσφατη προσωπική του ανάρρηση στην εξουσία. Διατηρήθηκε, επομένως, ακέραιη, στο Σύνταγμα του 1911, όπως επίσης παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1952, μη δημιουργώντας ζήτημα παρά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στην σχεδιαζόμενη συνταγματική αναθεώρηση του Κ. Καραμανλή Α΄, που όμως έμεινε στα χαρτιά[3].
β. Πως είτε ο κυρίαρχος λαός δικαίωσε εκλογικά ή με έτερο τρόπο τις μείζονες παρεμβάσεις του Στέμματος (πλην εκείνης του 1965), είτε τις δικαίωσε η Ιστορία.
γ. Πως, χάρις στην συνταγματική δυνατότητα αυτών των παρεμβάσεων, προωθήθηκε στην εξουσία ο Βενιζέλος το 1910, και εκτινάχθηκε σε αυτήν ο Καραμανλής το 1955, προήλθαν δηλαδή οι δύο μείζονες ανανεώσεις της πολιτικής ζωής του τόπου τον 20ό αιώνα έως την Μεταπολίτευση. Χάρις σε αυτήν, επίσης, κατόπιν όμως συνεννοήσεων, στα όρια δε του πολιτεύματος, έγινε η μετάβαση της εξουσίας από την Δεξιά στην Ένωση Κέντρου το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1963/64.
δ. Πως πολλές από τις παρεμβάσεις αυτές, ιδωμένες από την πλευρά του βασιλέως και χωρίς φυσικά να είναι αλάνθαστες, είχαν μια διάσταση έντονα πατριωτική, και χαρακτηρίζονται από ένα πνεύμα συνειδητής εκ μέρους του αυτοθυσίας. Σε πλήρη αντίθεση με αυτές, η τελευταία, εκείνη του 1965, υπήρξε προϊόν ανασφάλειας και φόβου. Εκτυλίχθηκε σε δύο φάσεις: η πρώτη, εκείνη της παραίτησης του Γ. Παπανδρέου, καθώς και της βεβιασμένης ορκωμοσίας του Γ. Νόβα, ήταν απίστευτα άστοχη πολιτικά, η δεύτερη όμως –μοιραίο επακόλουθο της αστοχίας της πρώτης– εκείνη της Αποστασίας, ήταν ηθικά απαράδεκτη, σε τέτοιο δε σημείο, ώστε να εκπέσει δια μιας το Στέμμα στην κοινή συνείδηση και να αδειάσει από το ηθικό του περιεχόμενο, που μέχρι τότε αποτελούσε στα μάτια πολλών μια βασική ειδοποιό διαφορά έναντι του πολιτικού κόσμου. Είναι η περίπτωση για την οποία ταιριάζει η ρήση: ότι οι τότε χειρισμοί των Ανακτόρων υπήρξαν χειρότεροι από έγκλημα· υπήρξαν ΛΑΘΟΣ. Το λάθος αυτό το πλήρωσε βέβαια το ίδιο το Στέμμα, όπως και ο τότε κάτοχός του, σκληρά (που τον επόμενο χρόνο, προσπάθησε γενναία, αλλ’ εις μάτην, να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, κυρίως γιατί την προσπάθειά του επαναφοράς του σκάφους σε ομαλή πορεία τορπίλλισε ο Ανδρέας Παπανδρέου, με αποτέλεσμα δρομαίως να οδηγηθούμε στην Χούντα) αλλά κυρίως το πλήρωσε και εξακολουθεί να το πληρώνει η Ελλάδα, τόσο με το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου όσο και με την Μεταπολίτευση.
* * *
Το ότι το 1862/63 η Ελλάδα, στην οποία ήδη εμαίνετο ο εμφύλιος πόλεμος, είχε κατεπείγουσα ανάγκη βασιλέως, κι ότι ο βασιλεύς αυτός επί μήνες δεν ευρίσκετο, συν το ότι, όταν τυχαίως ευρέθη από τον Πάλμερστον ο Γεώργιος, ο βασιλεύς της Δανίας Φρειδερίκος ο Ζ΄ και οι γονείς του Δανού πρίγκιπα  δεν απεδέχθησαν την αγγλική πρόταση παρά μόνον αφού εξασφάλισαν από την δολία Αλβιώνα (που δεν ετήρησε τις υποσχέσεις της) την προστασία της χώρας τους έναντι της επιθετικής Πρωσσίας του Μπίσμαρκ, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Το να κληθεί κανείς για να βασιλεύσει (ή για να κυβερνήσει) στην Ελλάδα, ήταν εγχείρημα τιμητικό μεν λόγω του ενδόξου απωτάτου ελληνικού παρελθόντος, πλην άκρως ριψοκίνδυνο, στα όρια του μαζοχισμού, και με σχεδόν βεβαία στο τέλος την αποτυχία. Η τραγική μοίρα τόσο του Καποδίστρια όσο και του Όθωνα δείχνει από μόνη της του λόγου το αληθές και ήταν ικανή, το 1862/63, να αποθαρρύνει εκ προοιμίου τον κάθε υποψήφιο και μνηστήρα της εξουσίας.
Στην διάρκεια του ενός αιώνα του ιστορικού βίου της Δυναστείας του Γεωργίου Α΄, διακρίνομε τρεις περιόδους:

α. την περίοδο της ανόρθωσης
(1863-1913/1915)
Στα όσα ήδη είπαμε, ας προσθέσομε τα εξής δύο στοιχεία: πρώτον, τον εντυπωσιακό εξελληνισμό της Δυναστείας στην δεύτερη γενιά –απόδειξη της οποίας είναι τα προσωπικά κείμενα, όλα γραμμένα σε στρωτά ελληνικά, των βασιλοπαίδων Γεωργίου, Νικολάου (που υπήρξε αξιοπρόσεκτος λογοτέχνης, καθώς και ζωγράφος) και Ανδρέα– εξ ού και η έκπληξη και ο αποτροπιασμός με τον οποίον δέχθηκαν, το 1909, την απαίτηση της αποπομπής τους από το στράτευμα εκ μέρους των μέχρι τότε συναδέλφων τους. Η αθόρυβη επαναφορά τους στον στρατό από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και η έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων, επούλωσαν προσωρινά το τραύμα που προκάλεσε στην ψυχή των μελών της Δυναστείας το πραξικόπημα του 1909, τραύμα το οποίο θα ανοίξει και πάλι, από τον Αύγουστο/Σεπτέμβριο του 1915 και πέρα, ο Εθνικός Διχασμός.
Το δεύτερο στοιχείο είναι εκείνο της μοναρχικότητας, την οποία ενσταλάζει στα παιδιά της η ρωσσίδα βασίλισσα Όλγα. Αυτή η άποψη περί βασιλείας δημιούργησε παράδοση και αποκλίνει από την φιλελεύθερη τακτική και νοοτροπία του Γεωργίου Α΄,  που οφειλόταν εν μέρει στον ρεαλισμό του πολιτικώτατου αυτού βασιλέως και εν μέρει στην δανική βασιλική παράδοση.

β. την περίοδο του Εθνικού Διχασμού
Χωρίς να υπεισέλθομε στον καταμερισμό των ευθυνών για το μείζον αυτό γεγονός της πολιτικής μας (και όχι μόνον) ιστορίας, ας αρκεσθούμε στην παρατήρηση ότι μία από τις κύριες συνέπειές του (συνέπεια που ενισχύεται μετά την Μικρασιατική Καταστροφή) είναι το κενό ουσιαστικής νομιμότητας, το οποίο επί μία πεντηκονταετία θα ταλανίσει τον τόπο και το οποίο χαρακτηρίζει τόσο την βασιλική όσο και την αντιβασιλική διάσταση του πολιτεύματος. Το αποτέλεσμα είναι η μετά το 1922 κι έως το 1974 (από την μία δηλαδή έως την άλλη εθνική καταστροφή) κατακόρυφη αύξηση στην πολιτική ζωή της χώρας της σημασίας του στρατού, και η έκπτωση του βασιλέως από την θέση του συμβόλου ενότητας, συνοχής και συνέχειας, σ’ εκείνην του αρχηγού ενός μόνον μέρους των Ελλήνων, που ανάλογα με τις εποχές κυμαινόταν ανάμεσα σε ένα 35% (= η Δεξιά) και στο περίπου διπλάσιο.

γ. την περίοδο της ανασφαλούς βασιλείας
(1935-1967)
Λόγω του κινήματος του 1909, και κυρίως λόγω της οξύτητας του Διχασμού και των εθνικών και οικογενειακών περιπετειών που αυτός προκάλεσε, τα μέλη της τρίτης γενιάς της Δυναστείας αισθάνονταν την χώρα λιγώτερο οικεία απ’ ότι οι πατέρες τους. Η εξορία, μετά το 1922/1923, αύξησε την αποξένωση, πόσο μάλλον που η δυνατότητα της παλιννόστησης φάνταζε, μέχρι τουλάχιστον το 1933/34, μάλλον απίθανη. Το αποτέλεσμα ήταν πως στην Παλινόρθωση (1935), βασιλεύς και λαός σε μεγάλο βαθμό αγνοούσαν ο ένας τον άλλον, τόσο λόγω της δωδεκαετούς αναγκαστικής παραμονής του Γεωργίου Β΄ στο εξωτερικό, όσο και της τεράστιας αλλαγής που είχε επιφέρει στην ελληνική κοινωνία η μαζική άφιξη 1.350.000 προσφύγων, πολλοί από τους οποίους επί πλέον κατηγορούσαν τον βασιλέα Κωνσταντίνο, πατέρα του Γεωργίου, ως υπεύθυνο για τον ξεριζωμό τους.
Με γενναιότητα –έχοντας για ένα ακόμη έτος κρατήσει την οικογένειά του πλην του διαδόχου Παύλου στο εξωτερικό– επιχείρησε ο Γεώργιος Β΄ να συμφιλιώσει τους δύο κόσμους, τον βενιζελικό με τον αντιβενιζελικό (το φανατικώτερο μέρος του οποίου τον έβλεπε, από την εποχή της εκτελέσεως των Εξ, σαν προδότη, επειδή είχε τότε επιχειρήσει να συνεργασθεί με τον Βενιζέλο). Οι προσπάθειές του, που είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό του γηραιού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Γαλλία, απέτυχαν, εν μέρει λόγω των αλλεπαλλήλων θανάτων μετριοπαθών πολιτικών –όπως μετριοπαθές ήταν επίσης τότε το ελληνικό εκλογικό σώμα–  που θα εστήριζαν την πολιτική του βασιλέως, εν μέρει δε λόγω της ανικανότητας για μία ακόμη φορά του πολιτικού κόσμου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Η επιλογή της δικτατορίας εκ μέρους ενός ανθρώπου του οποίου το πολιτικό ιδεώδες ήταν το φιλελεύθερο βρεταννικό, αλλά που από την άλλη έβλεπε τον διεθνή ορίζοντα να σκοτεινιάζει και έναν νέο γενικό πόλεμο να είναι λίαν πιθανός την ώρα που η χώρα ήταν άοπλη και διαλυμένη, είναι ακριβώς αυτό που προηγουμένως ονόμασα θυσιαστική επιτέλεση του καθήκοντος, στάση κατ’ εμέ εξόχως βασιλική. Διότι η επιβολή της δικτατορίας όχι μόνον ακύρωνε την μέχρι τότε καταβληθείσα ειλικρινή και επίπονη προσπάθεια γεφύρωσης των δύο κόσμων,  αλλά και διεύρυνε την απόσταση ανάμεσα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και το Στέμμα, απόσταση που μερικώς μόνον καλύφθηκε, και τούτο προσωρινά, λόγω των επιτυχιών του ελληνικού στρατού στο βορειοηπειρωτικό και το αλβανικό μέτωπο.  Απόλυτη τέλος υπήρξε η ρήξη με τον (σε μεγάλο μέρος του ένοχο) πολιτικό κόσμο, στο σημείο που όταν ο Γεώργιος, μετά την αυτοκτονία του Κορυζή κι ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν τις Θερμοπύλες, αναζητούσε εναγωνίως πρωθυπουργό για να τον πάρει μαζί του στην Κρήτη και όπου αργότερα θα τον έριχνε η δίνη του πολέμου, να μην βρίσκει κανέναν που να προθυμοποιηθεί να τον ακολουθήσει[4].
Εν συνεχεία, η απουσία της βασιλικής οικογένειας στην διάρκεια της Κατοχής (εκτός από τις πριγκίπισσες Νικολάου και Ανδρέα, θείες του Γεωργίου, που παρέμειναν στην Αθήνα) αποξένωσαν πλήρως τον δεινώς πληττόμενο Έλληνα από την Δυναστεία· το ότι ο Γεώργιος Β΄ είχε σχεδόν απομείνει βασιλεύς χωρίς βασίλειο και χωρίς υπηκόους, κι ότι τον Δεκέμβριο του 1944 θα τον εγκατέλειπαν και οι υποστηρικτές του οι Βρεταννοί, ενέτεινε μέσα του την νευρικότητα για το αβέβαιο μέλλον.
Μετά την επιστροφή της βασιλικής οικογένειας το 1946, το αίσθημα αυτό δεν την εγκατέλειψε, παρά την διπλή νίκη που η βασιλεία κατήγαγε στις εκλογές και στο δημοψήφισμα. Η ανασφάλεια που την διακατείχε ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μην μπορέσει να εκμεταλλευθεί την έκταση των ευκαιριών που προσέφερε στο Στέμμα, σταδιακά από το τέλος του 1943 και πέρα, οπωσδήποτε δε μετά τα Δεκεμβριανά, η κομμουνιστική απειλή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποδοχή του και από ένα μεγάλο μέρος του βενιζελικού αστικού κόσμου. Τούτο επί πλέον συνέβαινε την ώρα που η συνεχής παρουσία του βασιλικού ζεύγους στις πιο εκτεθειμένες και πιο κατεστραμμένες περιοχές και το τεράστιο κοινωνικό και πατριωτικό έργο, αλλά και η προσωπικότητα της βασίλισσας Φρειδερίκης, ξύπναγαν παλιές μνήμες, ανανέωναν πίστεις ή δημιουργούσαν καινούργιους δεσμούς αφοσίωσης. Η εις πείσμα όλων αυτών εμμένουσα ανασφάλεια ώθησε την βασιλεία στα εξής:
1. Στην υπερβολική πρόσδεση με τον εξωτερικό παράγοντα: την Μ. Βρεταννία έως το 1947 και τις ΗΠΑ εν συνεχεία –χάρις στην βοήθεια των οποίων κερδήθηκε ο Εμφύλιος– πρόσδεση, ας τονισθεί όχι μεγαλύτερη από εκείνη της μη σοβιετόφιλης μερίδας του πολιτικού κόσμου. Η προσδοκία υποστήριξης εκ μέρους των ΗΠΑ σε στιγμή κρίσης αποτέλεσε ψευδαίσθηση, καθ’ότι όταν επέστη το 1967 η στιγμή, οι ΗΠΑ προτίμησαν την Χούντα.
2. Στην εμμονή στον πάση θυσία έλεγχο του στρατεύματος, που και αυτό εν μέρει αποδείχθηκε ψευδαίσθηση την νύχτα και το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου 1967.
3. Στην άβολη επαφή της με τον κορμό της αστικής ελληνικής κοινωνίας και στην παραμέληση εκ μέρους της της μεσαίας τάξεως, κεντρώας επί το πλείστον πολιτικής αποκλίσεως. Η βασιλεία αρκέσθηκε στο να έχει με το μέρος της σχεδόν ολόκληρο το μη ανήκον στην Αριστερά τμήμα του λαού, το μέγα δηλαδή μέρος των ψηφοφόρων του Λαϊκού Κόμματος/ Συναγερμού/ΕΡΕ, κάτι που το επιβεβαίωνε σε κάθε αποθεωτική περιοδεία της στην επαρχία. Κοινωνικά, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950, απομακρυνόμενη από την παράδοσή της, καθώς η ευημερία επέστρεφε σιγά-σιγά στον τόπο, η δυναστεία άρχισε να συναναστρέφεται τους κύκλους του χρήματος, μεγαλοβιομηχάνους και εφοπλιστές.
Οι εκλογές του 1958 –των οποίων το αποτέλεσμα δεν ερμηνεύθηκε σωστά– αποτελούν έναν δυσάρεστο αιφνιδιασμό τόσο για το εγχώριο σύστημα όσο και για τους Αμερικανούς. Επαναφέρουν την αβεβαιότητα και προκαλούν φοβικές αντιδράσεις, που συνοψίζονται, σε ό,τι αφορά το Στέμμα (διότι οι ΗΠΑ, ή ορθότερα η CIA, ακολουθεί την δική της υπόγεια διαδρομή που θα αποδειχθεί μη φιλική προς την βασιλεία), με την εκ νέου –μετά από σχεδόν εννέα χρόνια σχετική αποχή (1952-1961)– έντονη ανάμιξή του στην πολιτική ζωή, αρχής γενομένης από την σύνθεση της υπηρεσιακής Κυβερνήσεως των εκλογών του 1961.
Το αποτέλεσμα της καθόδου του Στέμματος στην πολιτική αρένα ήταν να υποστεί και να ενδώσει στον εκβιασμό του «Ανενδότου», να προβεί με το Κέντρο στις γνωστές διαπραγματεύσεις που αποσκοπούσαν στην διατήρηση του ελέγχου του στρατού και που επίσπευσαν την άνοδο του Γεωργίου Παπανδρέου στην εξουσία, και, τέλος, μετά από ένα βραχύ διάλειμμα, που και πάλι έδωσε την εντύπωση μιας ουσιαστικής πολιτικής εξομάλυνσης αλλά και επανασύνδεσης των δύο «Ελλάδων» (είναι η περίοδος του πάνδημου πένθους και συμμετοχής στην κηδεία του Παύλου, της πάνδημης επίσης γιορτής του γάμου του Κωνσταντίνου Β΄, της κοινής παλλαϊκής υποδοχής Κωνσταντίνου – Γεωργίου Παπανδρέου στην Θεσσαλονίκη κτλ), να προκαλέσει τα μοιραία, όπως ήδη σημειώθηκε, «Ιουλιανά» του 1965.
Για λόγους δικαιοσύνης, αξίζει τέλος να ειπωθεί πως, παρά την παρατεταμένη ανασφάλεια και σε αντίθεση με την πάγια συνήθεια του ελληνικού αστικού κόσμου (στον οποίο υπάγεται και μέρος του πολιτικού), η βασιλική οικογένεια δεν έβγαλε ποτέ χρήματα στο εξωτερικό, ούτε την περίοδο 1920-1922, ούτε μεταπολεμικώς.
* * *
Συμπεράσματα: Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κατάργηση του βασιλικού πολιτεύματος και σαράντα έξη αφ’ ότου ο τελευταίος εν ενεργεία Έλλην βασιλεύς εγκατέλειψε την χώρα, είμαστε πλέον σε θέση να κάνομε έναν απολογισμό της παρουσίας της βασιλείας ως ιστορικού φαινομένου. Ας σημειώσουμε συνοπτικά τα εξής:
– Στο επίπεδο των προθέσεων, τα μέλη της προσπάθησαν να υπηρετήσουν με αφοσίωση, ενίοτε και με αυταπάρνηση την χώρα και τον ελληνικό λαό.
– Τελικώς η βασιλεία απέτυχε πολιτικά, όχι όμως περισσότερο από τους προκατόχους της, καθώς και από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
– Στην αποτυχία της αυτή οδηγήθηκε εν μέρει από συνταγματικές αντιφάσεις εξισορροπητικού χαρακτήρα, που αποτελούσαν πειρασμό για πολλούς και για πολλά, και που κυρίως απαιτούσαν να έχει ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σημαντικά πολιτικά και πνευματικά προσόντα, πράγμα όχι δεδομένο.
–  Η αποτυχία της αυτή την εμπόδισε ώστε να δώσει την πλήρη της έκταση στην εκπλήρωση της κοινωνικής της αποστολής, καίτοι τα επιτεύγματα στον τομέα αυτόν ούτε κατά προσέγγισιν δεν πραγματοποιήθηκαν από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
–  Ουδέποτε η πολιτεία της, ακόμη και άστοχη πολιτικά, συνοδεύτηκε από προσωπική ατιμία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, όπως συνέβη με πολλούς από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
–  Το μέτρο ανοχής της κοινωνίας είναι πολύ μικρότερο στην περίπτωση της Βασιλείας απ’ ότι στην περίπτωση της Προεδρικής ή Προεδρευομένης Δημοκρατίας, ίσως διότι οι ενδόμυχες απαιτήσεις του λαού από ένα τέτοιο πολίτευμα είναι, για ποικίλους λόγους, πιο πολλές.
– Τέλος, ισχύει για την βασιλεία ό,τι ίσχυσε για όλους τους κρατικούς μας θεσμούς. Της έλειψε ο χρόνος –εν μέρει κι από δικό της φταίξιμο– για μια αργή εκτύλιξη και ωρίμανση, με αποτέλεσμα η αποστολή της να έχει συχνά χαρακτήρα, λόγω εκτάκτων συνθηκών, κατεπείγοντα και εμβαλωματικό, χαρακτήρα συνεπώς ξένο προς την βαθύτερη φύση της.

[1] Στο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1862 ετέθη στον Έλληνα το ζήτημα της επιλογής του πολιτεύματος. Η Αβασίλευτη Δημοκρατία έλαβε μόνον 93 ψήφους.
[2] Στο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1862 ετέθη στον Έλληνα η επιλογή βασιλέως ελληνικής καταγωγής (επρόκειτο για τον πρίγκιπα Γρηγόριο Υψηλάντη).  Δεν έλαβε παρά μόνον 6 ψήφους.
 [3] Η σχεδιαζόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1962 είχε δύο κύριους στόχους: α. την μείωση των βασιλικών προνομιών και κατ’ επέκτασιν της πολιτικής και παρεμβατικής ισχύος του Στέμματος ( στην οποία εν τούτοις όφειλε την πρωθυπουργοποίησή του ο εμπνευστής της) και β. την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας επί το αυταρχικώτερο, αποβλέποντας στον εσαεί παραγκωνισμό της Αριστεράς. Το Παλάτι απέτρεψε τότε αυτή την εξέλιξη, ευνοώντας ταυτόχρονα, και δη σκανδαλωδώς και παρατύπως, την μετάβαση της εξουσίας από την Δεξιά στο Κέντρο, ανταποκρινόμενο έτσι στην τεράστια ανυπομονησία για αλλαγή στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτή η πολιτική του επιβεβαιώθηκε στις εκλογές της 16/2/1964, στις οποίες η Ένωση Κέντρου απέσπασε το πρωτοφανές 52,2%.
 [4] Στην άρνηση συνεργασίας με τον Γεώργιο Β΄ μέτρησαν και άλλοι λόγοι, όπως η προτίμηση εκ μέρους ορισμένων μιας άμεσης συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς, προκειμένου να περιορισθούν οι καταστροφές αλλά και η συμπάθεια μερίδος του πολιτικού κόσμου – και μάλιστα του βενιζελογενούς (Πάγκαλος, Πλαστήρας κ.α.)– προς το καθεστώς της ναζιστικής Γερμανίας.

Πηγή: εφημερίδα "Νέα Πολιτική" τεύχους Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2014.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ: ΙΕΡΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Σμέμαν στο βιβλίο του "Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ".

Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι... πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ. Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ' αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ' αυτό τον κόσμο το δικό μας - για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. 
Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ' αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη.
Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία... Για λίγες ώρες - όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος - φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. 
Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα· η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία. 
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ' αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ' αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε...
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.

Το διαβάσαμε στην "Πατερική Θεολογία".

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:
Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: «Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: «Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: «Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: «Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: «Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: «Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: «Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».
Να λοιπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξεκινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: «Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία «ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.

[Lev Gillet (Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), "Πασχαλινή κατάνυξη", Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ (Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55]

Πηγή: "Πατερική Θεολογία".

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ & ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

Την Παρασκευή 11 Απριλίου 2014, τα πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα της ειρήνης, της φιλίας, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης και της συναδέλφωσης των λαών έστειλαν από το Παναθηναϊκό Στάδιο, περισσότεροι από 45.000 μαθητές και μαθήτριες από σχολεία όλης της χώρας.
Όλα αυτά έγιναν στο πλαίσιο της σπουδαίας εκδήλωσης που διοργάνωσε η Εθνική Ολυμπιακή Ακαδημία, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής.

Παρουσία των Βασιλέων
Τα μηνύματα μετέφερε σε όλο τον κόσμο ένα γιγαντιαίο λευκό περιστέρι που δημιούργησαν τα παιδιά με τρομερό ζήλο και μεράκι, τοποθετώντας επάνω σε ένα ειδικό υπόστρωμα  χιλιάδες λευκά χάρτινα καραβάκια που έφεραν από τα σχολεία τους. Επίτευγμα που αποτελεί ρεκόρ Γκίνες.
Στην εκδήλωση παρέστησαν και οι Βασιλείς Κωνσταντίνος ΙΓ΄ και Άννα-Μαρία: όπου προσέθεσαν και αυτοί το καραβάκι τους. Ο Βασιλεύς λαμβάνοντας τον λόγο είπε: «Σήμερα, βλέπω 40.000 παιδιά. Την άλλη φορά που θα έρθω θέλω να δω 40.000 Έλληνες ολυμπιονίκες».

Επίσκεψη στα Δωδεκάνησα
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επισκέφθηκε στο νησί της ακριτικής και ηρωικής Δωδεκανήσου την Κάρπαθο! Οι Βασιλείς παραμένουν ακόμα στο νησί. Ίσως επισκεφθούν και άλλα νησιά!

Πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο και δείτε το βίντεο. Γύρω στα λεπτά 11:15 - 14: 30 θα δείτε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο μετά της Βασιλίσσης Άννης-Μαρίας.

http://www.ustream.tv/recorded/46017990.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΘΝΟΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄


Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1745 μ.Χ., από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μ.Χ. μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.
Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 μ.Χ. στο Άγιον Όρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της.
Στις 19 Αυγούστου 1785 μ.Χ. εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798 μ.Χ.. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 μ.Χ. κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.
Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος αποφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία.
Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.
Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 μ.Χ. στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».
Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».
Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.
Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».
Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».
Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε το σταυρό του. Ανέβηκε το Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.
Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.
Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…
Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».
Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγήτριας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στη συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του θέση Αγίου.
Το 1871 μ.Χ. η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την Πανυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ., όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.
Στις 10 Απριλίου 1921 μ.Χ. ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης, γέρας θεῖον καὶ καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἶνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες. Δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξασαντᾶ σε Ἅγιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Εὐλογητὸς εἷ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν θεῖον Πατριάρχην ἐνισχύσας, οὐρανόθεν ἐκπέμψας αὐτῶ βοήθειαν, καὶ δι’ αὐτοῦ Ἑλλήνων Ἔθνος ἀνυψώσας, πρὸς προγόνων τὴν εὔκλειαν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας Σου.
Ἡ Πελοπόννησος ἡ πολυθαύμαστος, γεννησαμένη σε, Μάρτυς Γρηγόριε, καὶ θρεψαμένη καλλοναῖς, αὐγάζεται τῆς δόξης σου, μᾶλλον δ’ ἡ περίδοξος Ἀθηνῶν πόλις τέρπεται, ἐν τοῖς κόλποις ἔχουσα, τὸ σεβάσμιον σκῆνός σου. Διὸ καὶ γεγηθυῖαι κραυγάζουσι, δόξα Θεῷ τῷ Παντοκράτορι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀθροισθέντες ἅπαντες, γνήσιοι παῖδες, τῆς Ἑλλάδος σήμερον, ἐπὶ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν, τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Κάθισμα
Ἦχος α'. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.
Επέλαμψεν ἰδοὺ, ἡ ἁγία ἡμέρα, τῆς θείας ἑορτῆς, τοῦ σοφοῦ Πατριάρχου, ἡρώων ἀπόγονοι, εύσεβέστατοι Ἕλληνες, ταύτην σήμερον, περιχαρῶς ὁμοὺ πάντες, ἑορτάσωμεν, τῆς γὰρ ἡμῶν σωτηρίας, ἡ πρόξενος γέγονε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α'. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.
Ἀδάμας ὡς στεῤῥὸς, ὡς ἀκλόνητος πύργος, ὥς ἄκμων ἀκαμπὴς, προσβολαῖς τῶν ἀνόμων, ὑπήνεγκας Γρηγόριε, καὶ οὐδόλως εἰδέδεξαι, τὴν ἀσέβειαν, τὴν δὲ ὀρθόδοξον πίστιν, ἀνεκήρυξας, ἐν τῷ σταδίῳ γενναίως, διὸ σὲ γεραίρομεν.

Ὁ Οἶκος
Τὴν τῶν προγόνων ἐκποθῶν δόξα, ὁ Πατριάρχης ἀναλαβεῖν τὸ Ἔθνος τὸ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ἀγχόνῃ άρνατηθήναι ὑπέμεινεν, ὑπὸ γένους ἀσεβοῦς, ἀθῶος ὡς ἐνοχος. Τοῦτον οὗν ὁ εὐσεβείας κλάδος Αὐτοκράτωρ δεξάμενος, ἐπαξίως ἐνταφιάζει ἐν πόλει τῆς Ὀδέσσης. Ὅθεν εἱ δι’ αὐτοῦ λυτρωθέντες Ἕλληνες ὑπὸ τοῦ σκληροῦ ζυγοῦ, καὶ σήμερον πάντες ἐν τῇ ἑορτῇ αὺτοῦ συναθροισθέντες, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Μεγαλυνάριον
Βασιλεὺς παράνομος τὸν κλεινὸν, κρεμᾶ Πατριάρχην, ἐν τῶ ξύλῳ παραφρονῶν, Βασιλεὺς δὲ πάλιν, φιλευσεβὴς δὲ τοῦτον, δεχόμενος κηδεύει, εἰς γῆν Ὀρθόδοξον.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τῆς Πελοποννήσου θείος βλαστὸς, καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλήσιας ὁ θησαυρὸς, καῖ τοῦ Πανελληνίου, τὸ καύχημα τὸ μέγα, Πατριαρχῶν τὸ κλέος, νέε Γρηγόριε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ λαοὶ, τὸν θεῖον Ποιμένα, καὶ ὑπέρμαχον τῶν πιστῶν, τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐν ξύλῳ ἠρτηθέντα, ὡς ὁ Δεσπότης Χριστὸς.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν φωστῆρα πάντες τὸν φαεινὸν, τὸν ἐκ Δημητσάνης, ὰπαστράψαντα αἰσθητῶς, ποιμένων τὴν δόξαν, καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων, Γρηγόριον τὸν νέον, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν Ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ Πανελληνίου, ἀπροσμάχητον βοηθὸν, φὐλακα καὶ ῥύστην, τῶν ἐπικαλουμένων, Γρηγόριον τὸν νέον, πάντες ὑμνήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τοῖς Ἱερομάρτυσι καὶ σεπτοῖς, θεῖοις Ἱεράρχαις, συγχορεύων ἐν οὐρανοῖς, Γρηγόριε μάκαρ, Ὁσίοις καὶ δικαίοις, καῖ πάσι τοῖς Ἁγίοις, ἡμῶν μνημόνευε.

Πηγή: "Ορθόδοξος Συναξαριστής".

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ - ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΠΑΛΤΑΚΟΥ

Γράφει ένας εκ των διαχειριστών του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Το πολιτικό σύστημα της χώρας χορεύει στους ρυθμούς της Χρυσής Αυγής. Την τελευταία εβδομάδα έχουν δούναι και λαβείν οι αποκαλύψεις και οι διαξιφισμοί-κοκορομαχίες μεταξύ των κοινοβουλευτικών κόμματων. Όλοι από την μεριά τους προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια στον Ελληνικό λαό για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους.
Το βίντεο (προϊόν υποκλοπής) όπου συνομιλεί ο αποπεμφθείς γραμματέας της συγκυβέρνησης Τάκης Μπαλτάκος με τον βουλευτή της ΧΑ Ηλία Κασιδιάρη. αποδεικνύει ότι η Χρυσή Αυγή είχε δίκιο στην θέση της "ότι η δίωξη της ήταν πολιτική και όχι ποινική" αλλά δείχνει και κάτι άλλο: ότι ΝΔ & ΧΑ είχαν πολύ καλές σχέσεις μέχρι τον... Σεπτέμβριο του 2013.

Το βίντεο με τον Μπαλτάκο
http://nstatic.tanea.gr/17986203_MPALTAKOS_KASIDIARHS.limghandler.jpg?i=aT1maWxlcyUyZjElMmZtZWRpYSUyZjIwMTQlMmYwNCUyZjAyJTJmMTc5ODYyMDNfbXBhbHRha29zLWthc2lkaWFyaHMuanBnJnc9NjYwJmg9Mzc2JnN0PXRydWUmYmc9MTY3NzcyMTUmY3I9dHJ1ZSZhdD00Την Τετάρτη 2 Απριλίου 2014, ο Ηλίας Κασιδιάρης δίνει στην δημοσιότητα ένα βίντεο όπου συνομιλεί ο ίδιος με τον τότε γραμματέα της συγκυβέρνησης Τ. Μπαλτάκο γύρω στον Οκτώβριο του 2013.
Στο περίπου δίλεπτο βίντεο, ο Τάκης Μπαλτάκος "κοσμεί" τον πρωθυπουργό με ύβρεις όπως π@@στη αλλά και δικαιώνει την Χρυσή Αυγή, ουσιαστικά μ΄ όσα λέει. Ότι η δίωξη του κόμματος ήταν πολιτική. Δηλαδή: Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, φοβούμενος την ραγδαία δημοσκοπική άνοδο της ΧΑ και διατεταγμένος από το Αμερικανοεβραϊκό Συμβούλιο των ΗΠΑ του Ντέιβιντ Χάρις, κίνησε τα νήματα της δίωξης και της φυλάκισης των πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος.
Τώρα, ο αποπεμφθείς Μπαλτάκος προσπαθεί να ανασκευάσει τις δηλώσεις του και με... κάποιες απώλειες μνήμης να αποφύγει τις απαντήσεις σε ερωτήματα που τον καίνε.
Ας σημειωθεί επίσης, ότι ο υιός Μπαλτάκος που δεν γνωρίζει να γράφει ελληνικά και είναι αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και εισέβαλλε στην Βουλή προπηλακίζοντας βουλευτές της ΧΑ ήταν Χρυσή Αυγή και σύνδεσμος μεταξύ του κόμματος και του πατέρα του

Οργανωτής: ο Μάκης Βορίδης!
http://www.xryshaygh.com/assets/images/news/mak_ber.jpgΛόγω του αντισημτικού παρελθόντος του στην ΕΠΕΝ και γενικά στον ευρύτερα δεξιό χώρο, ο Μάκης Βορίδης αποτελεί κόκκινο πανί για το Αμερικανοεβραϊκό Συμβούλιο όσον αφορά την υπουργοποίησή του. Ο Αν. Σαμαράς, μετά την επίσκεψη του στο Συμβούλιο, ενημέρωσε τον Βορίδη πως οι Εβραιοσιωνιστές επιθυμούν την υπουργοποίησή του λόγω του παρελθόντος του κλπ.
Έτσι, για να δείξει πόσο φιλόδοξος και καρεκλοκένταυρος είναι, ενορχήστρωσε την πολιτική εξόντωση της Χρυσής Αυγής ώστε, κάποια μέρα, να είναι συμπαθής στους Σιωνιστές και προτιμητός σε ενδεχόμενο ανασχηματισμό...

Δίκτυο 21: παραΚόμμα εν κόμματι με ημιπαρακρατικές δραστηριότητες
http://www.iefimerida.gr/sites/default/files/imagecache/node_image660/dph345r32.jpgΈνα δίκτυο με κατ΄ επίφαση "εθνικιστικό προσανατολισμό και δραστηριότητα επικεντρωμένη στα ελληνοτουρκικά θέματα, στο Κυπριακό, στο Κουρδικό, στο Θρακικό, στο Βορειοηπειρωτικό, στο Σκοπιανό και στο Ποντιακό ζήτημα". Δήθεν ιδεολογικός του στόχος: «η μετατροπή των Ελλήνων παθητικών υπηκόων σε ελεύθερα πρόσωπα, σύμφωνα με τις καλύτερες παραδόσεις του Ελληνισμού και το πνευματικό υπόδειγμα της Ορθοδοξίας» Ξεκίνησε περί τα τέλη της δεκαετίας του 1990 με πατριωτικούς σκοπούς αλλά γρήγορα κατέληξε ένα παρακόμμα εν τω κόμματι της ΝΔ με ημιπαρακρατικές δραστηριότητες. Ένα δίκτυο σπίλωσης και εξαγοράς πολιτικών αντιπάλωνΠρωταγωνιστές στην ίδρυση αλλά και στη δράση της οργάνωσης με την κωδική ονομασία «Δίκτυο 21» υπήρξαν οι πιο εκλεκτοί πολιτικοί φίλοι του σημερινού πρωθυπουργού και συνοδοιπόροι στο άλλοτε εγχείρημα της Πολιτικής Άνοιξης: Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Διονύσης Καραχάλιος, ο Στέφανος Αγιάσογλου, ο Φαήλος Κρανιδιώτης και άλλοι, γνωστοί διανοούμενοι της ελληνικής ζωής, όπως οι Νεοκλής ΣαρρήςΆγγελος Συρίγος και νέοι όπως η Βασιλική Τζότζολα κλπ.
Αυτό το δίκτυο είναι που ανέδειξε στην πολιτική ζωή του τόπου την Χρυσή Αυγή περί τον Μάρτιο του 2012. Μέσω του Δικτύου 21, η ΝΔ ανέπτυξε σχέσεις με την Χρυσή Αυγή, σχέσεις καλές έως και φιλικές μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013. 
Η Χρυσή Αυγή χρησίμευσε ως ανάχωμα στον ΛαΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη! Και γιατί διαβάστε παρακάτω, διευκρινίζοντας ότι δεν είμαι λαοσίτης ή καρατζαφερικός αλλά θέλω και ερευνώ με πάθος την αλήθεια.

Έξω ο Καρατζαφέρης
http://www.parapolitika.gr/Media/Default/images/newego_LARGE_t_1101_54074770.JPGΚατά την διάρκεια της πενταετούς παραμονής του στην Βουλή (2007-2012), ο ΛαΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη άρχισε να χαμηλώνει τους τόνους και να εξυπηρετεί το σύστημα (όπως προτάσεις για πρωθυπουργοποίηση Παπαδήμου, για κατάργηση των blog, ψήφος στο μνημόνιο 1, συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπαδήμου κλπ). Παρά ταύτα, ο Γιώργος Καρατζαφέρης επιχείρησε μία προσέγγιση με την Ρωσία, δια του Πατριάρχη Κυρίλλου, ώστε να εισρεύσουν στην Ελλάδα κεφάλαια, επενδύσεις και να επιτευχθεί συμφωνία για το φυσικό αέριο. Η αιτία ήταν αυτή για να λάβουν οι Αμερικανοί τα... έκτακτα μέτρα τους;
Η αφορμή ήταν η αποχώρηση του ΛαΟΣ από την κυβέρνηση Παπαδήμου και η μη ψήφιση του μνημονίου 2 από το κόμμα. Αποτέλεσμα: η έξωθεν διατεταγμένη αποχώρηση Αδώνιδος Γεωργιάδη και Μάκη Βορίδη από το ΛαΟΣ και η προσχώρησή τους στην σαμαρική ΝΔ. Από τότε, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την παραμονή του ΛαΟΣ στην Βουλή. Όλα αυτά τα παραδέχεται ο γραμματέας του Μπαλτάκου!

Η επανεμφάνιση και η άνοδος της Χρυσής Αυγής
http://www.iefimerida.gr/sites/default/files/imagecache/node_image660/kanalia-dimosiografoi-660.png
Έβαλαν και αυτοί το χεράκι τους... 
Έτσι έχουμε την επανεμφάνιση της Χρυσής Αυγής για την μη είσοδο του ΛαΟΣ στην Βουλή. Σ΄ αυτήν την δολοπλοκία συνέργησε και η ΝΔ η οποία νόμιζε ότι θα διατηρούσε την Χρυσή Αυγή στα ποσοστά του 3% αλλά τους ξέφυγε. Και ιδού τα αποτελέσματα! Βέβαια, στην δημοσκοπική άνοδο της Χρυσής Αυγής συνέβαλε μεγαλοεκδότης με εξαιρετικές σχέσεις με το αμερικανοεβραϊκό κατεστημένο και εκλεκτές διασυνδέσεις στο mediaκό σύστημα. Αυτός ο μεγαλοεκδότης προσπάθησε να πείσει τον Γιώργο Καρατζαφέρη να παραμείνει στην κυβέρνηση Παπαδήμου και να ψηφίσει το μνημόνιο 2. Όταν απέτυχε και όταν το Δίκτυο 21 δρούσε υποτυπωδώς... εκείνος έβαζε την Χρυσή Αυγή σε δημοσκοπήσεις. Βέβαια, αρχίζουν να εμπλέκονται και μυστικές υπηρεσίες...
Ταυτοχρόνως, τα αργυρώνητα συστημικά ΜΜΕ άρχισαν να προβάλλουν έμμεσα την Χρυσή Αυγή με εκπομπές, ειδικές νύξεις και αφιερώματα στα Δελτία Ειδήσεων. Έτσι ανέβηκε η Χρυσή Αυγή και πήρε στις εκλογές του Μαΐου 2012 6,9%.

ΕΛΛΗΝΕΣ, ΞΥΠΝΗΣΤΕ!
ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΠΙΣΩ!
ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΣΑΣ!

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία προβάλλει την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ώστε οι ακόμα μη μετανοήσαντες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της και να μετανοήσουν.
Ακολουθεί ο βίος της από τον "Ορθόδοξο Συναξαριστή":

Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.
Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».
Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».
Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.